Κατέβηκα στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος. Έβρεχε. Ο πατέρας μου ήρθε με μια τεράστια ομπρέλ(λ)α. Καιρό είχα να δω αυτό το εργαλείο. Στη Σάναα μόνο κάτι γιαγιάδες το είχαν, για να προστατεύονται από τον ήλιο, κι αυτές λίγες. Κατευθυνθήκαμε προς το αυτοκίνητο. Στη διαδικασία της φόρτωσης του υπερβάρους που χρυσοπλήρωσα στο αεροδρόμιο, έκλεισα την ομπρέλα. Ο πατέρας μου έτρεχε πάνω κάτω όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αντίθετα με τις δικές μου αργές κινήσεις. Βιαζομάσταν;
Βλέποντας και τους άλλους γύρω, θυμήθηκα πως στην Αθήνα ο κόσμος δεν αγαπά τη βροχή. Πόσο εύκολα ξεχνιούνται τέτοια πράγματα…
Μεγαλώνοντας στην Αθήνα έμαθα να μη βγαίνω από το σπίτι όταν έβρεχε αν η δουλειά που έπρεπε να γίνει μπορούσε να αναβληθεί. Τα αμφιθέατρα της Φιλοσοφικής ήταν άδεια όταν έβρεχε (και έβρεχε και μέσα στα αμφιθέατρα). Στις πρωινές παραδόσεις, άνοιγα την κουρτίνα ενώ ήμουν ακόμη ξαπλωμένη στο κρεβάτι, έβλεπα πως έβρεχε και ξανακοιμόμουν. Δεν σηκωνόμουν πριν να στεγνώσουν οι δρόμοι.
Ένα πεντάμηνο πέρασμα από το Μπέρμινγχαμ, με δίδαξε ότι μπορείς να βγεις από το σπίτι όταν βρέχει. Ότι οι δρόμοι δεν πλημμυρίζουν απαραίτητα (συνέχισα καθόλο το διάστημα που ήμουν εκεί να διατηρώ τις αμφιβολίες μου για την ολοκληρωτική απουσία πλημμυρών). Γυρίζοντας στην Ελλάδα, μπορούσα να πλέον να περπατάω στη βροχή.
Στην Σάναα η βροχή είναι ευλογία. Όταν, ακόμη στο Κάιρο, μιλούσαμε με την υεμενέζα φιλενάδα μου για τη Σάναα, μού παίνευε τον εξαιρετικό καλοκαιρινό καιρό: δεν θα είχε ζέστη και θα έβρεχε κάθε απόγευμα (!;). Έβρεξε λίγες φορές (βλ. φαινόμενο του θερμοκηπίου), κατά τις οποίες κανείς δεν κυκλοφορούσε με ομπρέλα και κανείς δεν φοβόταν να βραχεί. Τα ξυπόλητα πιτσιρίκια στους δρόμους της παλιάς πόλης συνέχιζαν να παίζουν βρεγμένα μέχρι το κόκκαλο. Κανένας γονιός δεν έβγαινε να τα μαζέψει. Οι άντρες σήκωναν τις ζάννες τους (κελεμπίες), έβγαζαν τα πέδιλα και περνούσαν τα ποτάμια που σχηματίζονταν στους δρόμους (δεν υπήρχαν υπόνομοι να μαζεύουν τα νερά). Μόνο οι γυναίκες επιτάχυναν το βήμα τους να γλιτώσουν τη βροχή.
Ωραίος καιρός σήμερα, θα μου έλεγε ο κόσμος της γειτονιάς μου κάθε φορά που έβρεχε. Μου πήρε λίγες βροχές για να απαντήσω ειλικρινά και με χαμόγελο, Ναι, ωραίος καιρός!!!
Έπεφτε το πέμπτο αστέρι στον ουρανό. Απέναντι τα φώτα από μια πόλη της Σαουδικής Αραβίας. Κι εμείς αραγμένοι σε μια υπέροχη παραλία γύρω στα 30 χιλιόμετρα από τα σύνορα με το Ισραήλ. Η περιοχή ανήκει στη φυλή Ταραμπίν κι ο Μ. ήταν δίπλα μου, ψιλόλιγνος, με μακρόστενο πρόσωπο και αραβική μύτη. Μου θύμιζε πρόσωπα της Υεμένης. Μα από εκεί μάλλον ήρθε η φυλή του, θα μου έλεγε, η οποία έχει σήμερα μέλη της στην Ιορδανία και το Ισραήλ. Φοράει σκούρα κελεμπία, μωβ μαντήλι στο κεφάλι και γυαλιά ηλίου την ημέρα.
Η χερσόνησος του Σινά έχει πάνω από 25 φυλές με χιλιάδες μέλη. Κάθε φυλή έχει τον επικεφαλής της, τον σεΐχη της, ο οποίος στη φυλή Ταραμπίν μπορεί να εκλεγεί έπειτα από πρόταση 60 μελών. Λειτουργεί ως εκπρόσωπός της και σε αυτόν θα απευθυνθεί η κυβέρνηση για όποια προβλήματα στην περιοχή ή με μέλη της φυλής. Η ιδιότητα είναι ισόβια, αλλά μπορεί να καθαιρεθεί σε περίπτωση ανεπάρκειας. Παίρνει κάποια λίγα χρήματα από την κυβέρνηση. Μπορεί να τιμωρήσει μέλη; Όχι, για αυτή τη δουλειά έχουν δύο άλλα μέλη στα οποία απευθύνονται, οι οποίοι έχουν τον τίτλο του γκάδη (καδής=δικαστής). Αυτοί δεν έχουν κάποιες ιδιαίτερες σπουδές. Είναι ταλέντο, δώρο από το θεό.
Η φυλή έχει συνελεύσεις, ξεχωριστές ανδρών, ξεχωριστές γυναικών. Έχουν και οι γυναίκες κάτι αντίστοιχο του σεΐχη. Οι Βεδουΐνες καλύπτονται, είτε περνώντας το μαντήλι που φορούν στο κεφάλι μπροστά από τη μύτη και το στόμα, είτε με μπούργκα. Η μητέρα του Μ. ήρθε με μια φούξια μπούργκα την επόμενη μέρα και χρωματιστά ρούχα. Το δέρμα της φαινόταν πιο ανοιχτόχρωμο κάτω από τη μπούργκα.
Ήταν καλά για τους Βεδουΐνους την περίοδο που το Ισραήλ κατείχε το Σινά (1967-1979). Μετά την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων, η Αίγυπτος πολέμησε τους Βεδουΐνους. Τη βομβιστική επίθεση στο Ρας αλ-Σεϊτάν το 2004 ακολούθησε μια επιχείρηση σκούπα που μάζεψε εκατοντάδες Βεδουΐνους ως υπόπτους. Στη συνέχεια, ωστόσο, η κυβέρνηση ζήτησε τη βοήθεια των Βεδουΐνων που υπέδειξαν τους ενόχους –δύο Παλαιστίνιους- εξομαλύντας έκτοτε λίγο τις σχέσεις των δύο μερών. Ωστόσο, οι Βεδουΐνοι του Σινά δεν έχουν υποχρεωτική στρατιωτικη θητεία όπως οι υπόλοιποι Αιγύπτιοι (ένα χρόνο για τους αποφοίτους πανεπιστημίου, δύο για τους αποφοίτους γυμνασίου, τρία για αποφοίτους δημοτικού και αξιωματικούς). Έπεσε άλλο ένα αστέρι∙ το είδες;
Τα μέλη της φυλής παντρεύονται πλέον μετά τα 20. Η μέλλουσα σύζυγος συνήθως ανήκει στον κύκλο της αδερφής ή τη γνωρίζει η μητέρα, καθώς οι άντρες δεν μπορούν να δουν τις γυναίκες. Μπορεί να κανονιστεί μια φορά να συναντηθούν χωρίς μαντήλα, πάντα παρουσία θηλυκών μελών των οικογενειών, αλλά, βέβαια, πλέον μπορούν να μιλούν στο τηλέφωνο. Την ημέρα του γάμου αυτοκίνητα έρχονται να πάρουν το γαμπρό και τη νύφη, οι οποίοι επιβιβάζονται στο ίδιο αμάξι. Το γλέντι στήνεται σε σκηνή, ή τουλάχιστον αυτό είναι το καλύτερο. Ο γαμπρός και η νύφη κάνουν το γύρο τους για να χαιρετήσουν. Στη συνέχεια φεύγουν και το γλέντι συνεχίζεται χωρίς αυτούς. Ένα παραπέτασμα χωρίζει τους άντρες από τις γυναίκες, και τα δύο μέρη ανταλλάσσουν τραγούδια. Ένα μικρό παραθυράκι δίνει στις γυναίκες τη δυνατότητα οπτικής επαφής με το χώρο των ανδρών. Το αντίθετο δεν γίνεται. Να ‘ναι η Μικρή ΄Άρκτος αυτή εκεί;
Τα αραβικά των Βεδουΐνων μοιάζουν περισσότερο στην προφορά με της Υεμένης. Έχουν φυσικά και λέξεις από τη βεδουΐνική γλώσσα. Ο Μ. μιλάει και καλά αγγλικά, καθώς από μικρός έπαιρνε ξένους στην έρημο και στα βουνά με καμήλες. Και τα εβραϊκά του είναι πολύ καλά. Η περιοχή συγκεντρώνει πολλούς Ισραηλινούς και οι ντόπιοι είναι πολύ φιλικοί μαζί τους. Στην υπόλοιπη Αίγυπτο πρέπει ν’ αλλάξεις το όνομά σου και να δηλώνεις κάποια άλλη χώρα ως τόπο προέλευσης, αν δεν θες να σου γυρίζει ο κόσμος την πλάτη κατευθείαν. Το Σινά έχει ειδικό καθεστώς, όχι μόνο για τους Ισραηλινούς, αλλά και για όλους τους ξένους: αν προσγειωθείς στα δύο αεροδρόμια του Σινά ή περάσεις οδικώς από το Ισραήλ δεν χρειάζεσαι βίζα αν παραμείνεις στη χερσόνησο (η οποία στοιχίζει 15 δολάρια). Όταν πήγαμε ήταν το τέλος της γιορτής του Σουκότ (σούκα=καλύβα), στην οποία οι Εβραίοι, για να θυμούνται τα 40 χρόνια που πέρασαν στην έρημο της Αιγύπτου, μένουν για μία βδομάδα κάτω από τέντες που στήνουν στην πίσω πλευρά των σπιτιών τους. Οι μπαμπουκαλύβες της παραλίας μας ήταν ιδανικές. Εκτός από εμάς, οι υπόλοιποι (καμιά 12αριά) ένοικοι ήταν Ισραηλινοί.
Τι υπέροχο μέρος… Νωρίτερα, το απόγευμα, ξαφνικά τα σύννεφα κοκκίνησαν και το χρώμα αντανάκλασε στη θάλασσα. Ερυθρά Θάλασσα άρχισαν να ψιθυρίζουν. Δεν έτυχε να ξαναδώ το φαινόμενο, παρόλο που είχα μείνει και πέρσυ το Δεκέμβρη στην περιοχή. Από αυτό έχει πάρει το όνομά της η θάλασσα… Απίστευτο φως. Αν ήταν σε ταινία, θα έλεγα ότι ο σκηνοθέτης το παράκανε στη φωτογραφία…
Το μέτρημα των αστεριών μάλλον γεννήθηκε σε μέρη με συννεφιά ή φωτορύπανση. Με τον Μ., Βεδουΐνο της φυλής των Ταραμπίν, κανείς μας δεν σκέφτηκε να τα μετρήσει. Δεν μετρήσαμε ούτε αυτά που είδαμε να πέφτουν. Άλλο ένα∙ το είδες;
Αποχαιρετώ για λίγο τον αραβικό κόσμο. Λίγο με τρομοκρατεί η ‘επιστροφή’, λίγο με αναπαύει. Για λίγο θα είναι ούτως ή άλλως, ή τουλάχιστον έτσι λέω. Το μπλογκ όμως θα συνεχίσει να μπογκάρει από αυτή την πλευρά του πλανήτη, μέχρι να ‘επιστρέψω’. Μείνετε συνδεδεμένοι.
Υ.Γ. Η θάλασσα στην παραλία μας ήταν αρκετά αβαθής και αυτό οφειλόταν στην άνοδο της στάθμης της που τρώει σιγά σιγά την παραλία. Την πρώτη μέρα άπλωσα το παρεό μου στο μέρος που φωτοσύνθετα τον περασμένο Δεκέμβρη και το κύμα ήρθε και με κάλυψε. Οι πάγοι λιώνουν και η κλιματική αλλαγή εμφανής παντού…
(για τις λεζάντες ακουμπήστε τον κέρσορα πάνω στις φωτογραφίες)
Πίνω καφεδάκι ‘σπέσιαλ’, λέει, στην πλατεία της αγοράς (μιντάν αλ-σουκ). Τούρκικος με σοκολάτα και κανέλα. Τον φτιάχνει ο Μ. που εγκατέλειψε τη δικηγορική και την ‘έκφυλη’ Αλεξάνδρεια για ν’ ανοίξει ένα διαφορετικό καφενείο στη Σίβα με την επιγραφή ‘η ζωή είναι πολύ μικρή για κακό καφέ’. Έχει ήδη νοικιάσει ένα μαγαζί για να το μετατρέψει σε ίντερνετ καφέ. Ο κόσμος που έρχεται εδώ θέλει να ξεφύγει από την τεχνολογία, αλλά τις χρειάζεται τις υπηρεσίες, θα μου έλεγε με τα άψογα αγγλικά του. Την προηγούμενη μέρα είχα πιει το καφεδάκι μου στο απέναντι καφενείο, χαζεύοντας την ‘κίνηση’. Το παππούδι ήθελε να μου χρεώσει τον καφέ 3 λίρες και το παζάρευα να δώσω 2. Ο Μ. μού χρέωσε τον σπέσιαλ καφέ λίγο πάνω από το διπλάσιο και δεν το συζητήσαμε καθόλου. Η Σίβα αλλάζει…
Τριάντα χιλιάδες ψυχές μένουν σ’ αυτή την όμορφη γωνιά του πλανήτη, που για αιώνες έμεινε απομονωμένη. Ο νέος δρόμος που θα τη συνδέει απευθείας με το Κάιρο, θα της δημιουργήσει σοβαρή κρίση (ο σημερινός δρόμος περνάει από Αλεξάνδρεια και Μάρσα Ματρούχ)…
Οι Σιουανοί είναι Βέρβεροι και τα Σίουϊ δεν έχουν καμία σχέση με τα αραβικά. Τις περισσότερες φορές διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από τους Αιγύπτιους. Φαίνεται πως οι επιχειρήσεις δεν είναι το φόρτε τους, και ότι ασχολούνται περισσότερο με την καλλιέργεια ελιών και χουρμάδων. Το διπλανό μαγαζί, ένα ‘βεδουϊνικό ταβερνείο’, που μπαίνεις ξιπόλυτος για να καθίσεις στα χαλιά και στα χαμηλά τραπεζάκια, το έχει ανοίξει επίσης Αιγύπτιος (νομίζω αυτός είναι από το Κάιρο) και το παραδίπλα το έχει ένας βεδουΐνος από τη Μάρσα Ματρούχ (ένα θέρετρο, πλέον, στη Μεσόγειο, με 150 χιλιάδες κατοίκους), ο οποίος ήρθε να πιει μαζί του τον καφέ του. Το προηγούμενο βράδυ τραγουδούσε και απάγγελλε ποίηση σ’ ένα κάμπινγκ στην έρημο, όπου κοιμηθήκαμε.
Πίνω τις γουλιές μου αργά. Δεν περνούν γυναίκες στο δρόμο. Μου είπαν ότι οι ανύπαντρες κυκλοφορούν μόνο με μαντήλα, αλλά δεν έχω δει καμία. Οι ελάχιστες που είδα είχαν στην πλειονότητα μπούργκες παλιού τύπου, οι οποίες είναι αρκετά μακριές (μπούργκα είναι το ύφασμα που καλύπτει μπροστά το πρόσωπο). Όπως το ‘χει η παράδοση, τα κορίτσια λογοδίνονται σε ηλικία 5-7 ετών σε αγόρια 7-10, για να παντρευτούν στα 14-17 τα κορίτσια και 20-25 τα αγόρια. Όπως μας έλεγε ο Γ., που είναι ανάμεσα στους 14 κατοίκους της Σίβας που σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο, σ’ αυτό το χρόνο μπορείς να χτίσεις την αγάπη σου. Ξέρεις ότι αυτή η κοπελιά είναι για σένα και δεν κοιτάς αλλού. Κανείς από τους αγγλομαθείς άντρες της Σίβας (που περιέργως είναι αρκετοί) δεν ήταν νυμφευμένος κι ας είχαν όλοι περάσει τα 20. Ο Α. θα μας έλεγε ότι πλέον δεν γίνονται έτσι τα πράγματα. Πρώτα κοιτάς τη ζωή σου, να αποκατασταθείς, και μετά διαλέγεις την κοπελιά σου. Ο χρόνος μου στη Σίβα δεν ήταν αρκετός για να εισέλθω στον κόσμο των γυναικών και ν’ ακούσω και την άλλη πλευρά. Οψόμεθα…
Στο δρόμο περνάν κάρα με γαϊδουράκια (είναι κοντή ράτσα εδώ), τα ταξί της Σίβας, που συνυπάρχουν αρμονικά με τα 4×4 που φεύγουν για σαφάρι με τους τουρίστες. Παρόλο που είδα κάποια σημάδια στα κούτελα των ανδρών από τις προσευχές (το πλέον σύνηθες στο Κάιρο), ο κόσμος εδώ είναι πιο χαλαρός. Αν τους ρωτήσεις αν είναι σουνίτες ή σιίτες δεν ξέρουν να σου πουν. Το ισλάμ τους είναι πιο κοντά στο σουφισμό. Οι πλειοψηφία των ανδρών πίνει χασίς (σοκολάτα), που έρχεται από το Μαρόκο μέσω Λιβύης, και αλκοόλ. Τα σύνορα με τη Λιβύη είναι μόνο 40 χιλιόμετρα.
Οι κάτοικοι της Μάρσα Ματρούχ και της Σίβας δεν χρειάζονται διατυπώσεις για να περάσουν τα σύνορα με τη Λιβύη. Οι περισσότεροι έχουν οικογένειες εκατέρωθεν των συνόρων. Οι συνοριοφύλακες τούς υποδέχονται φιλικά, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν για οποιοδήποτε λόγο επισκεφτούν αιγυπτιακές πόλεις.
Τέλειωσε αυτός ο καφές; Έχει και τη σοκολάτα και δεν μπορώ να καταλάβω. Αυτή η περιοχή χρειάζεται λίγη ακόμη εξερεύνηση. Οψόμεθα…
Υ.Γ. Κυκλοφορούν ιστορίες για τον Μεγάλο Αλέξανδρο εδώ. Όταν ήρθε, λέει, στη Σίβα, τον συνόδευε βροχή (λένε πως στην περιοχή βρέχει κάθε 20 χρόνια), προηγούνταν φίδια και τον καθοδηγούσαν πουλιά όταν αμφέβαλλε για το δρόμο…
Μπαίνετε σε μια άδεια ταβέρνα/καφετέρια. Όλα τα τραπέζια είναι στη διάθεσή σας. Πού να ‘ναι καλύτερα… Μήπως εδώ, δίπλα στο παράθυρο; Όχι, έχει πολύ ήλιο. Εκεί, στη γωνία; Το κλιματιστικό χτυπάει στην πλάτη. Το τραπέζι κάτω από τον ωραίο πίνακα; Τα ηχεία είναι ακριβώς από πάνω… Αλλάζετε τραπέζια και πουθενά δεν είστε ευχαριστημένοι. Κανένα δεν είναι αρκετά καλό… Μήπως δεν έπρεπε τελικά να έρθουμε εδώ;
Μια άλλη μέρα μπαίνετε στην ίδια ταβέρνα/καφετέρια. Είναι κατάμεστη. Καπνός παντού, μουσική και θόρυβος ανθρώπινος, ζωντανός. Δεν υπάρχει χώρος. Ψάχνετε μέσα από πυκνή ατμόσφαιρα απογοητευμένοι. Ξαφνικά μια παρέα σηκώνεται. Τρέχετε γρήγορα να καλύψετε το κενό, πριν προλάβει κάποιος άλλος. Βγάζετε τα παλτά ευχαριστημένοι, σχολιάζοντας την καλή σας τύχη. Είναι το χειρότερο τραπέζι του μαγαζιού, αλλά δεν πειράζει. Αρκεί που βρήκατε…
Μετά από χρόνο ικανό για να πάρω μια μυρωδιά από την παλιά πόλη της Σάναας μου δημιουργήθηκε η παραπάνω εικόνα. Ο κόσμος είναι σε μια γεμάτη ταβέρνα, όπου ο καθένας έχει λίγο και συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα να αλλάξει τραπέζι ή να απλωθεί. Το μενού είναι συγκεκριμένο, καθώς και οι ώρες που σερβίρεται. Υπάρχει ενδυματολογικός και συμπεριφορικός κώδικας και οι παρεκκλίσεις δεν είναι αποδεχτές. Όλα έχουν συγκεκριμένο δρόμο και τρόπο. Οι ιεραρχίες είναι πλήρως νομιμοποιημένες: ο πρόεδρος, ο σεΐχης, ο πατέρας, ο δάσκαλος, η μητέρα, ο μεγαλύτερος/-η. Καθένας ξέρει το ρόλο του και δεν διανοείται να βγει από αυτόν. Δεν υπάρχει φιλοδοξία πέραν του δυνατού. Όλα είναι θέλημα του Θεού.
Τα παραπάνω δίνουν μια ηρεμία, μια ευτυχία. Ένας καθηγητής μου στο λύκειο έλεγε ότι ευτυχία είναι να θέλεις αυτό που πρέπει. Αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ· και δίνει μια μακαριότητα. Το πρόγραμμα είναι σταθερό και προδιαγεγραμμένο. Φαΐ 12-2 και από τις 4 η ώρα γκατ. Αυτό. Απλό. Η σταθερότερη αξία είναι η οικογένεια και μετά η φιλία, αν κρίνω από το χρόνο που δίνεται σε κάθε μια. Οι κόσμοι των ανδρών και των γυναικών είναι αυστηρά διαχωρισμένοι. Όλα είναι τα ίδια, παντού. Τα ίδια φαγητά στο Ραμαζάνι, τα ίδια γλυκά στη λήξη του, τα ίδια ρούχα, τα ίδια έπιπλα. Και η πλήρης ή σχεδόν πλήρης αποδοχή αυτής της συνθήκης, ναι, δίνει μια μακαριότητα.
Εγώ από την άλλη είμαι στην άδεια ταβέρνα. Δεν έχω κάποιο λόγο που είμαι στη Σάναα. Θα μπορούσα να είμαι οπουδήποτε εκτός Ευρώπης, με τα φτωχά οικονομικά που έχω επιλέξει. Θα μπορούσα να δουλεύω σε κάποια εταιρεία και να ‘χω φράγκα. Θα μπορούσα να είμαι παντρεμένη με παιδιά. Θα μπορούσα να έχω τα μαλλιά μου μπλε και να φοράω λαμέ. Κι ενώ προσπαθώ να ευχαριστιέμαι την οπτική που μου δίνει κάθε φορά το τραπέζι που κάθομαι, έχω μια αμφιβολία· μήπως το άλλο τραπέζι είναι καλύτερο· μήπως το άλλο παράθυρο έχει καλύτερη θέα…
Δεν μπορώ να κάνω τη ζωή των φίλων μου, που μου φαίνεται τόσο ανελεύθερη, τόσο λίγη, τόσο περιορισμένη. Δεν θα την ήθελα για κανέναν άνθρωπο που θα μπορούσε περισσότερα, και όλοι μπορούμε περισσότερα. Δεν θα τους ευχόμουν όμως και τη δική μου… Δεν τους υπόσχεται μια εναλλακτική μακαριότητα, ούτε ευτυχία… Δεν τους δίνει κάτι στη θέση του Παράδεισου που περιμένουν, της βεβαιότητας και της ανάπαυσης ενός θεού το θέλημα του οποίου ζουν καθημερινά…
Αποχαιρετώντας σιγά σιγά την παλιά πόλη της Σάναας, τη Σάναα αλ Καντίμα, έχω την αίσθηση δυο αγεφύρωτων κόσμων που μπορούν όμως να αγαπηθούν μέχρι δακρύων στην έλλειψη του άλλου… Εύχομαι μέχρι να ριζώσω, δάκρυα να συνοδεύουν κάθε μου μετακίνηση, απτή ένδειξη δοσίματος και αγάπης…
Έχω μια αντιπάθεια στην αρχαία ιστορία, πιθανότατα για τον τρόπο που έχει χρησιμοποιηθεί στην προπαγάνδα των διαφόρων κρατών. Την ιστορία που θα πω παρακάτω τη βρίσκω ενδιαφέρουσα, δεν ξέρω αν έχει οποιαδήποτε βάση και μ’ αφήνει παγερά αδιάφορη η αλήθεια της. Ελπίζω κανείς θερμοκέφαλος να μη διαβάζει το μπλογκ μου, το οποίο άλλωστε προσπαθώ να μη διαφημίζω.
Η παλαιστίνια λοιπόν συγκάτοικός μου στο Κάιρο, μου είπε ότι στην Παλαιστίνη θεωρούν ένας λαός ήρθε από την Κρήτη, οι Πάλαστ (να σημειώσω ότι στ’ αραβικά η Παλαιστίνη είναι Φιλιστίν), και επιτέθηκε στην Αίγυπτο, να ‘ταν το 1000; 100 πάνω; 100 κάτω; κάπου εκεί. Σε πρώτη φάση νίκησαν, αλλά στη συνέχεια η δύναμη της Αιγύπτου αποδείχτηκε μεγαλύτερη. Άφησε ωστόσο το λαό αυτό να ζήσει στα παράλια αυτού που θα ονομαζόταν αργότερα Παλαιστίνη. Οι Πάλαστ αναμείχθηκαν με τους ντόπιους, ανακατεύοντας και τις παραδόσεις και την κουλτούρα τους. Μου είπε ότι στην Παλαιστίνη δεν θέλουν να λεν αυτή την ιστορία, μήπως και τους πουν ότι με 3000 χρόνια κατοίκηση σ’ ένα μέρος δεν αποκτάς εντοπιότητα. Μα πρέπει να το λέμε γιατί είναι ιστορία.
Άνθρωποι, λέει, που επισκέφτηκαν την Κρήτη είδαν ότι υπάρχουν ομοιότητες στις παραδόσεις και στην κουλτούρα μεταξύ των δύο λαών. Κι ότι οι Κρητικοί αγαπούν πολύ τους Παλαιστίνιους, ακριβώς επειδή έχουν κοινή καταγωγή. Όταν της είπα ότι πρώτη φορά την ακούω την ιστορία και δεν νομίζω ότι την αναπαράγει κάποιος στην Ελλάδα, της έκανε μεγάλη εντύπωση. Μου ‘κανε κι εμένα εντύπωση η ιστορία και είπα να την μοιραστώ μαζί σας.
(Το Ραμαζάνι τέλειωσε, το Ραμαζάνι πάει. Το Αΐντ αλ-Φιτρ (η γιορτή μετά τη λήξη του Ραμαζανιού), θα κρατήσει τα μαγαζιά κλειστά μέχρι το Σάββατο. Μέχρι να αξιωθώ να γράψω εκείνο το ποστ για το Ραμαζάνι στη Σάναα, πάρτε ένα ανέκδοτο)
- Πόσο χρονών είσαι, ρώτησα μια μέρα το παλικαράκι που δουλεύει στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς μου, το οποίο, όπως και πολλά άλλα μαγαζιά στη Σάναα, δεν έχει πόρτα, αλλά ο μαγαζάτορας πηδάει πάνω από τον πάγκο για να μπει μέσα.
- 16, μου λέει. Εσύ;
- Είμαι 15 χρόνια μεγαλύτερή σου…
- Όχι, δεν γίνεται! Εσύ φαίνεσαι μικρότερη από μένα.
- Είναι που οι γυναίκες εδώ φορούν μπούργκα και δεν έχεις δει πολλές.
- Όχι, έχω δει! Τη μάνα μου, τις αδερφές μου… Κι άρχισε να μετράει. Εξάντλησε τα δάχτυλα του ενός χεριού. Δεν συνέχισε με το δεύτερο χέρι…
(ένα παλαιότερο κείμενο, που θα το ανέβαζα στη θέση του Νύχτες μαγικές στην Αραπιά, αν μπορούσε να το αναγνωρίσει ο υπολογιστής. Έχω ξανακόψει το τσιγάρο στο μεταξύ, που σημειωτέον εδώ το πακέτο στοιχίζει 0,50 ευρώ. Για να δώσω τον παλμό των ημερών, ετοιμαζόμαστε πυρετωδώς για τη λήξη του Ραμαζανιού και ζούμε στο ρυθμό του H1N1, καθώς με τον αριθμό 127 νοσούντων και 2 νεκρών άρχισαν από χτες να κάνουν την εμφάνισή τους ιατρικές μάσκες στους δρόμους. Οι περισσότερες περιπτώσεις αποκαλύφθηκαν τις 4 τελευταίες μέρες… Καλό ε;)
Αυτό είναι το ένα στοιχείο (η καρτερία και η υπομονή) που οφείλει να αποκτήσει κάποιος στον αραβικό κόσμο αν θέλει να επιβιώσει (το δεύτερο είναι να ξεχάσει την έννοια της λογικής όπως την ήξερε). Η περιπέτεια της παρακάτω εκτύπωσης θεωρώ πως είναι ενδεικτική… Μια απλή καθημερινή ιστορία…
Κουΐζ: Πόση ώρα μπορεί να πάρει η εκτύπωση 150 σελίδων; Η απάντηση στο τέλος του ποστ!
Στις 23:00 λοιπόν βρισκόμουν στην πλατεία Ταχρίρ για την εκτύπωση που λέγαμε. Στο μαγαζί ήταν ένας νεαρός τζαμπιοφόρος (τζαμπία: μικρό σπαθάκι που προσφάτως έμαθα ότι εκτός από διακοσμητικό μεταβάλλεται ενίοτε και σε εγκληματικό όργανο όταν τα πνεύματα οξυνθούν) με γεμάτο γκατ το ένα του μάγουλο. Διαπραγματευτήκαμε την τιμή της σελίδας. Βάζω το στικ μου στη θύρα USB του (μ’ αρέσει να γίνομαι πρόστυχη). Το κείμενο ήταν σε office 2007 και δεν το αναγνώριζε. Και πάντα το θυμάμαι να το μετατρέπω… Προφανώς όχι πάντα. Δεν υπάρχει πρόβλημα, μια στιγμή.
Άναψα τσιγάρο προς μεγάλη απορία των αντρών που περνούσαν στο δρόμο. Το τσιγάρο τέλειωσε. Μετά από λίγο εμφανίστηκε. Είχε μετατρέψει το αρχείο. Έβαλε καμιά εικοσαριά σελίδες στον εκτυπωτή για να εκτυπώσει 150. Εκτύπωσε μια σελίδα. Όχι, δεν την ήθελα έγχρωμη. Ασπρόμαυρη, εντάξει. Ναι, βγήκε. Άρχισε να εκτυπώνει αργά και βασανιστικά. Κόσμος μπαινόβγαινε και έβγαζε φωτοτυπίες. Το χαρτί τέλειωσε. Του το είπα. Έβαλε άλλες είκοσι σελίδες. Μετά από αυτές… δεν υπήρχε άλλο χαρτί. Πήγε να φέρει. Συνεχίστηκε αυτή η διαδικασία μέχρι τη σελίδα 76. Είχε τελειώσει το μελάνι και οι υποσημειώσεις δεν διαβάζονταν. Πήγε να φέρει μελάνι. Είχα ιντερνετικό ραντεβού με την πρώην συγκάτοικό μου που με πήρε τηλέφωνο. Ένα μικρό προβληματάκι στον εκτυπωτή. Γελούσε στην άλλη άκρη της γραμμής. Γελούσα κι εγώ. Ήξερε κι εγώ ήξερα ότι ήξερε. Το παλικαράκι επέστρεψε με μια σύριγγα μελανιού. Μόλις το έβαλε, κόπηκε το ρεύμα.
Οι διακοπές ρεύματος είναι καθημερινό φαινόμενο καθώς αλλάζει το σύστημα ηλεκτροδότησης. Δεν έχουμε ρεύμα 5-6 ώρες την ημέρα, πράγμα που έχουμε συνηθίσει. Μεγάλο μέρος του προαναφερθέντος κειμένου έχει γραφτεί υπό το φως κηρίων και υπό την απειλή εξάντλησης της μπαταρίας του λαπτοπ μου (η οποία αρκετές φορές τελειώνει πριν να ξανάρθει το ρεύμα).
Το ρεύμα θα ερχόταν σε κανα δίωρο. Αφού το συζητήσαμε λίγο, άφησα τις φωτοτυπίες κι έφυγα. Αργότερα ή αύριο.
Θα έστελνα μήνυμα στη συγκάτοικό μου μόλις βρισκόμουν στο ίντερνετ. Άλλωστε ο αριθμός του τηλεφώνου της ήταν στο mail μου. Πήγα σε τέσσερα ιντερνετάδικα σε διαφορετικούς δρόμους από την πλατεία. Κανένα δεν είχε ρεύμα. Πάνω που ετοιμαζόμουν να στείλω σ’ ένα φίλο στη Σαουδική Αραβία να μου στείλει το τηλέφωνο της συγκατοίκου μου στη Γερμανία, το ρεύμα ήρθε. Μπήκα στο ιντερνετάδικο που ήταν άδειο. Είπα ότι ήθελα να μιλήσω skype, οπότε χρειαζόμουν υπολογιστή με ακουστικά και μικρόφωνο. Όχι, δεν μ’ ένοιαζε η κάμερα.
Κάθισα. Μπήκα στο mail μου και έστειλα μήνυμα στη συγκάτοικό μου ότι περιμένω να συνδεθώ. Το skype φαινόταν να μη δουλεύει. Πάνω που πήγα να τον φωνάξω ήρθε. Το εικονίδιο στην επιφάνεια εργασίας ήταν η παλιά βέρσιον. Έπρεπε να γίνει setup στην καινούρια: 20 minutes remaining… Άρχισα να διαβάζω τα μέιλς μου. Επιτέλους συνδέθηκα. Έστειλα μήνυμα στη συγκάτοικο. Με πήρε skype. Ούτε την άκουγα ούτε με άκουγε. Πρόβλημα στα ακουστικά. Ασπέτα να τ’ αλλάξω. Πήγα στον τύπο. Πήγε να μου δώσει τα δικά του. Το καλώδιο του μικροφώνου ήταν κομμένο. Ρώτησε έναν από τους τύπους που ήταν σ’ άλλο υπολογιστή αν χρειαζόταν τ’ ακουστικά του. Δεν τα χρειαζόταν. Τα πήρε, τα τοποθέτησε και την πήρα τηλέφωνο. Την άκουγα άλλα δεν με άκουγε. Πρόβλημα στον υπολογιστή. Σύνδεση με Κάιρο η φάση. Η ώρα ήταν γύρω στη μία το πρωί, αλλά όλοι οι υπολογιστές ήταν γεμάτοι. Δεν μπορούσα ν’ αλλάξω. Μ’ άρεσε που στο διευκρίνισα ότι ήθελα να μιλήσω, φίλε. Τέλος πάντων. Κανένα πρόβλημα. Εμπρός λοιπόν καλά μου δάχτυλα.
Μιλήσαμε. Πέτυχα και τον visk και τα είπαμε λίγο. Έγραψα και τις απαντήσεις σε ένα από τα ποστ, μέχρι να το καταλάβω πέρασε η ώρα. Στις 3 έκλεινε το μαγαζί. Λες να ‘ναι ακόμη ανοιχτό το φωτοτυπάδικο; Είπα να περάσω.
Ήταν ανοιχτός. Μέσα ήταν δυο τύποι και εκτυπωναν στρογγυλές καρτέλες. Είχε τελειώσει το κόκκινο μελάνι και το τραντάφυλλο έβγαινε κίτρινο. Κανένα πρόβλημα. Μια στιγμή, τελειώνουν. Άναψα τσιγάρο. Τέλειωσε. Περίμενα λίγο ακόμη. Σειρά μου.
Έβαλε καμιά 20αριά σελίδες για να εκτυπώσει 75. Άρχισε η εκτύπωση. Ήταν έγχρωμη. Δεν βαριέσαι. Έγχρωμη. Ένα χέρι έπρεπε να είναι μπροστά για να μην πέφτουν οι σελίδες στο πάτωμα. Όταν δεν ήταν το δικό του ήταν το δικό μου. Ξανάβαλε σελίδες. Ο εκτυπωτής έφαγε δύο. Όταν ξανάρχισε να εκτυπώνει, ξαναεκτύπωσε τις πρώτες σελίδες. Το έσβησε και το ξαναρύθμισε. Όταν είχαν μείνει 25 σελίδες το χαρτί τελείωσε από το μαγαζί! Μήπως γινόταν να το εκτυπώσουμε σε μισή κόλλα χαρτί; Όχι, χρειαζόμουν τα πλαϊνά διαστήματα (τα οποία επίτηδες είχα μεγαλώσει από τη μία πλευρά για να σημειώνω, αν για κάποιο λόγο το κείμενο έβγαινε από την αρχή κεντραρισμένο, πράγμα που εννοείται δεν είχα μπει εξαρχής στον κόπο να σχολιάσω). Έφυγε να φέρει χαρτί. Γύρισε. Η εκτύπωση τελείωσε. Ήταν 4 το πρωί.
Τα κατάφερα να φτάσω στους γειτόνους μου πριν το φατζρ (την προσευχή που σημαίνει την έναρξη της νηστείας). Ήθελα να τους δείξω τις εκτυπώσεις για τις οποίες είχα αρνηθεί να φάω μαζί τους σήμερα και να μασήσουμε γκατ όλες τις 10 φορές που με πήραν τηλέφωνο. Στις 4:15 τους χτύπησα την πόρτα. Είχαν φάει ήδη, αλλά ψιλόπιναν. Μου έβαλαν να φάω εγώ. Το ήξερα ότι δεν είχαμε χρόνο. Μόνο η μαχάλεμπια που μ’ αρέσει. Όχι και μια μπανάνα. Άντε άλλη μία. Σε κάποια φάση σταμάτησαν απότομα, όταν ήμουν δυο γουλιές πριν το τέλος. Τι; φώναξε ο μουεζίνης; Στο σπίτι μου ακούγεται πιο έντονα. Εδώ ούτε που τον άκουσα. Μουσουλμανικό βιονικό αυτί! Μια καθημερινή μέρα Ραμαζανιού είχε φτάσει στο τέλος της.
Όσοι αντέξατε ως εδώ πάρτε ένα βιντεάκι από το Νταρ ελ-Χάτζαρπου τράβηξα πριν κανα μήνα.
Στο τηλέφωνο ήταν η καλή μου γειτόνισσα. Θα πήγαιναν στο χωριό για το φουτούρ (το γεύμα που σπάει τη νηστεία του Ραμαζανιού μετά το απογευματινό κάλεσμα για προσευχή. Στην Αίγυπτο το λένε ιφτάρ). Θα το ‘θελα πολύ μα δεν μπορώ. Έχω ένα κείμενο που πρέπει να τελειώσω. Μα πρέπει. Μα δεν μπορώ. Μα πρέπει. Μα δεν μπορώ. Μα-πρε-πει! Μα-δεν-μπο-ρώ! Τέλος πάντων κλείσαμε το τηλέφωνο χωρίς να είναι σαφές που καταλήξαμε. Στις 17:20 χτύπησε την πόρτα ο γείτονας. Μα είπα πως δεν έρχομαι. ΠΡΕ-ΠΕΙ!!! Άτακτη υποχώρηση. Ντύθηκα,πήρα τα αναψυκτικά που είχα αγοράσει και μπήκα στο αυτοκίνητο.
Οι γείτονες δεν υπολόγισαν ότι θα καθυστερούσα και ξεκινήσαμε αργά από τη Σάναα. Στο δρόμο είχε πολλή κίνηση. Όλοι πήγαιναν σπίτια τους για το φουτούρ. Κόρνες και εκνευρισμός. Πλακωθήκαμε κι εμείς με κάτι τύπους που μας τη βγήκαν με ένα καροτσάκι πλανόδιου. Ο γείτονας άνοιξε την πόρτα και τα κλωτσομπουνίδια άρχισαν στο δευτερόλεπτο. Άλλοι άντρες ήρθαν και τους χώρισαν∙ κάποιοι φώναζαν αΐπ αΐπ (ντροπή, ντροπή). Ο καυγάς έληξε και συνεχίσαμε την τρελή μας κούρσα (βλ. βίντεο).
Τη διαδικασία την ήξερα πλέον. Μπούργκα, ω μπούργκα! Δεν είχα φέρει μαζί μου αυτή που μου χάρισε η γειτόνισσα, οπότε η αδερφή του γείτονα έδεσε τη μαντήλα της έτσι ώστε να αφήνει ακάλυπτα μόνο τα μάτια, και μου έδωσε τη μπούργκα της. Ίσα που προλάβαμε πριν από το μπλόκο! Καταφέραμε να φτάσουμε στο χωριό ακριβώς την ώρα που φώναζε ο μουεζίνης!
Νόμιζα πως η φάση θα παιζόταν όπως την προηγούμενη φορά (βλ. ποστ ‘Παρασκευή στο χωριό’), που μια χαρά τα είχαμε περάσει με την ευμεγέθη οικογένεια της γειτόνισσας. Έκανα λάθος και δεν άργησα να καταλάβω γιατι έ-πρε-πε να πάω. Τα πιτσιρίκια που βρίσκονταν στο σπίτι με ανέλαβαν αμέσως. Με έβαλαν να καθήσω στη μικρή μαφράτζα (βλ. φώτο στο ‘αυγουστιάτικη πανσέληνος’), όπου αρχικά ήμαστε μόνοι μας, εφτά πιτσιρίκια κι εγώ.
Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται γυναίκες που δεν ήξερα και αφού χαιρετούσαν τις υπόλοιπες που κάθονταν σιγά σιγά στη μαφράτζα έπαιρναν κι εκείνες τη θέση τους. Γύρω στις 15 μαζευτήκαμε, μαζί με έναν ασαφή αριθμό πιτσιρικιών (πάνω από 10 σίγουρα). Ήταν η ημέρα που οι γυναίκες –συγγενείς και γειτόνισσες- μαζεύονταν σε αυτό το σπίτι. Πού ήταν οι σύζυγοί τους; Με άλλους συγγενείς. Ο γείτονας άφαντος. Έφαγε στην κουζίνα, όπως έμαθα αργότερα, με έναν από τους συζύγους του σπιτιού και μετά πήγαν για γκατ στο μαγαζί του δεύτερου.
Το πλουσιοπάροχο γεύμα στρώθηκε στο χαλί του χωλ. Τα κοινά μας πιάτα έφευγαν μόλις άδειαζαν κι αντικαθιστώνταν με νέα. Πιάσαμε κουβέντα με την αδερφή της μαμάς της γειτόνισσας στο ημίφως, καθώς από την αρχή του γεύματος δεν είχαμε ρεύμα. Φυσιογνωμία! Έντεκα παιδιά είχε κάνει, ζωή να ΄χουνε. Είναι ωραία η μεγάλη οικογένεια, λέει. Άλλα ήταν στο χωριό και άλλα στη Σάναα.
Μετά το γεύμα, μαζεύτηκε το ‘τραπέζι’ και αράξαμε στο χαλί. Επιτροπή των πιτσιρικιών ήρθε να με προσκαλέσει στη μικρή μαφράτζα. Τους είπα ‘αργότερα’. Είχαν μαζευτεί πολλά και με τα πιτσιρίκια που ντρέπονται η συνεννόηση είναι δύσκολη. Σε λίγο ήρθε η ώρα του γκατ.
Μαζευτήκαμε στη μικρή μαφράτζα. Οι γυναικείες τσάντες άνοιξαν και βγήκαν τα σακουλάκια του γκατ. Αρκετές με παρακολουθούσαν να δουν αν τα καταφέρνω. Το καθημερινό γκατομάσημα στη διάρκεια του Ραμαζανιού με έχει κάνει ξεφτέρι! Η δασκάλα γειτόνισσά μου με είχε δίπλα της με περηφάνεια.
Αρκετές από τις γυναίκες ήταν ντυμένες σα να πήγαιναν σε βραδινή δεξίωση. Δυο κοπελιές, γύρω στα 16-17, μόλις έβγαλαν το ‘παλτό’ (το μαύρο φουστάνι που είναι αναπόσπαστο μέρος της ‘στολής δρόμου’), βγήκαν τα τούλια, τα στρας και οι ταφτάδες. Όλες φορούσαν φουστάνια, διαφόρων χρωματισμών και σχεδίων (κάποια με ντεκολτέ) και όλες φορούσαν παντελόνια κάτω από αυτές τις τουαλέτες δεξίωσης. Έτσι πάει το πράγμα.
Υπήρχε ένα μωρό που άλλαζε χέρια καθόλη τη διάρκεια της παραμονής μου στο σπίτι. Αν δεν θυμόμουν από την προηγούμενη φορά ποια ήταν η μητέρα του, θα ήταν αδύνατο να καταλάβω. Περνούσε από γυναίκα σε γυναίκα και όλες του μιλούσαν και το έπαιζαν (κάποιες άγρια θα έλεγα). Η καθεμιά τους είχε τουλάχιστον τρία παιδιά, αλλά δεν μπορούσαν να αντισταθούν σε ένα ακόμη. Το μωρό δεν αντιδρούσε καθόλου. Μετά από τρεις ώρες γύρα, επιτέλους διαμαρτυρήθηκε. Ναι, ήταν τελικά ζωντανό.
Η παρέα περιλάμβανε δύο μαμάδες που θήλαζαν, τη μητέρα του προαναφερθέντος μωρού και τη μαμά ενός παιδιού που χόρευε άνετα το χορό της τζαμπίας. Όταν άρχισαν να διαμαρτύρονται και τα δύο, σε διαφορετικές φάσεις, οι μαμάδες πέταξαν έξω τα βυζιά τους (ένα η καθεμιά) και τα τάισαν.
Τα πιτσιρίκια σιγά σιγά αποσύρονταν. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε (πρέπει να ‘ταν γύρω στη 1 το πρωί), βρήκα τρία να κοιμούνται χύμα στο πάτωμα του χωλ (εκεί που είχαμε φάει), χωρίς μαξιλάρια, σκεπασμένα με μια κουβέρτα. Γύρω τους γινόταν χαμός, καθώς άλλα έπαιζαν και οι γυναίκες φώναζαν η μία στην άλλη. Τα πιτσιρίκια δεν φαίνονταν να πτοούνται.
Σε δυο-τρεις μέρες θα αρχίσουμε τη φεγγαροπαρατήρηση για να ορίσουμε τη λήξη του Ραμαζανιού (βλ. ποστ ‘Εδώ το Ραμαζάνι, εκεί το Ραμαζάνι), η οποία αναμένεται γύρω στις 20 Σεπτέμβρη. Θα ακολουθήσει μια τετραήμερη γιορτή που εξαντλείται αποκλειστικά σε επισκέψεις από σπίτι σε σπίτι. Μετά από αυτό, δεσμεύομαι να γράψω ένα ποστ για το Ραμαζάνι στη Σάναα, το οποίο έχει πάρα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα.
Με το στόμα μου πρησμένο από τη χτεσινή υπερκατανάλωση γκατ, σας φιλώ
Υ.Γ. Για να δείτε τις λεζάντες στις φωτογραφίες, ακουμπήστε τις με τον κέρσορα πάνω στη φωτογραφία
Κάθε κουλτούρα έχει τις ιδιαίτερότητές της, κάποιες από τις οποίες έχουν σημαντικές προεκτάσεις. Η τελετουργία της βρώσης είναι μία από αυτές.
Στην Υεμένη τα πιάτα με το φαγητά παίρνουν τη θέση τους πάνω στο μουσαμά ή στο ύφασμα που απλώνεται στο πάτωμα για αυτό το λόγο. Οι σύν-τροφοι κάθονται γύρω από αυτό. Η χρήση κουταλιού είναι σπάνια (για πηρούνι και μαχαίρι δεν το συζητάμε καθόλου). Για την ανέλκυση της μπουκιάς χρησιμοποιούνται τα χέρια ή το ψωμί –η γνωστή αραβική πίτα ή ένα ψωμάκι ξυλόφουρνου που έχουν στην Υεμένη και ισχυρίζονται πως ήρθε στην περιοχή από τον οθωμανικό στρατό- μέσα στο οποίο αιχμαλωτίζεται το προς βρώση.
Στην Υεμένη λοιπόν δεν υπάρχει η λογική του ιδιαίτερου ‘δικού σου’ πιάτου, το οποίο γεμίζεις με το φαγητό που πρόκειται να φας. Όλα τα πιάτα είναι κοινά και έχουν μια συγκεκριμένη σειρά, από την οποία έχω καταλάβει ότι το κρέας, όταν υπάρχει, έρχεται τελευταίο. Τις περισσότερες φορές τα ποτήρια είναι λιγότερα από τους συνδαιτημόνες. Γεμίζουν, αδειάζουν και πάνε στον επόμενο. Παρόλο που η γειτόνισσά μου χτες μου έλεγε ότι δεν της αρέσει να πίνει από ποτήρια κόσμου που δεν ξέρει, σε όλα τα εστιατόρια-ταβερνεία της Υεμένης υπάρχει στο τραπέζι ένα θερμός με ένα ποτήρι. Από αυτό θα πιουν όλοι όσοι θα καθίσουν στο τραπέζι. Δεν ξέρω αν το ποτήρι αλλάζει κάποια στιγμή μέσα στη μέρα, αλλά αμφιβάλλω αν υπάρχει κάποιος που ασχολείται με το θέμα. Η πρακτική αυτή είναι συνήθης και στο Κάιρο, όπου δεν υπάρχει η λογική του κοινού πιάτου.
Αυτό το μοίρασμα του φαγητού, έχει προεκτάσεις σε όλα τα επίπεδα. Δεν υπάρχει το ιδιαίτερο ‘δικό σου’ δωμάτιο, ούτε ο ιδιαίτερος ‘δικός σου’ χώρος μέσα στο σπίτι, ούτε οι ιδιαίτερες ‘δικές σου’ επιλογές. Όλα είναι ένα μοίρασμα. Ακόμη για το γκατ, που ο καθένας στις επισκέψεις έρχεται με το δικό του σακουλάκι, δεν υπάρχει περίπτωση να μη δώσει ο ένας στον άλλο. Το ίδιο και στα τσιγάρα, που όσοι καπνίζουν προσφέρουν στην παρέα πριν να ανάψουν το δικό τους, ακόμη και αν όλοι έχουν τα πακέτα τους.
Τα παιδιά εδώ δεν έχουν δικά τους παιχνίδια, ούτε το δικό τους δωμάτιο. Ένα κοριτσάκι, ανιψάκι των γειτόνων μου, μια νύχτα, μέχρι να πάει να κοιμηθεί, άδειαζε σταδιακά τις τσέπες της στα χέρια μου. Στο τέλος της βραδιάς είχα καραμελίτσες, φυστικάκια, λιωμένα σοκολατάκια και διάφορους άλλους μικρούς θησαυρούς, που ‘έπρεπε’ να πάρω, όπως μου έλεγε, χρησιμοποιώντας τη φράση που λένε και οι γονείς της. Προχτές ένας γείτονάς μου κρατούσε δυο τσαμπιά σταφύλια. Μόλις με είδε, μου έδωσε το ένα.
Την ώρα του φαγητού, όσοι δουλεύουν στα μαγαζιά κάθονται στο δρόμο. Κάνουν ένα κύκλο και έχουν απλωμένο σε ένα ύφασμα το κοινό τους φαγητό. Μπορεί να είναι ένδειξη φιλίας αυτό το μοίρασμα. Σε ένα γάμο που είχα πάει (βλ. ποστ ‘ένας σαναανέζικος γάμος’), ένας παππούς πριν να μου δώσει τσάι, ήπιε πρώτα μια γουλιά εκείνος και μετά μού πρόσφερε το ποτήρι με ένα καφέ χαμόγελο. Η γιαγιά του σπιτιού των γειτόνων μου, που πρέπει να πάσχει από γεροντική άνια, μετά από δυο μήνες που επισκέπτομαι το σπίτι, μου έδωσε να πιω νερό από το ποτήρι της. Και τα δύο περιστατικά τα βρήκα πολύ τρυφερά…
Είναι απολύτως φυσιολογικό να μοιράζονται είκοσι άτομα το ίδιο σπίτι, στο οποίο μπορεί να συνυπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις γενιές. Όταν έφυγε η συγκάτοικός μου με ρωτούσαν όλοι αν θα έμενα μόνη μου, και πραγματικά με λυπόντουσαν όταν τους απαντούσα θετικά.
Αυτό το μοίρασμα, που στην Ελλάδα ευτυχώς το βιώνουμε ακόμη στο μεζέ με το αλκοόλ, σχεδόν απουσιάζει εξολοκλήρου από την Ευρώπη, που έχει αναπτύξει τη λογική της ιδιωτικότητας στα πάντα. Το ιδιωτικό δεν υπάρχει σε αυτό το κομμάτι του πλανήτη. Καθένας είναι μέλος της οικογένειας και της κοινότητας, τις οποίες πρέπει να λαμβάνει υπόψη στις αποφάσεις του, οι οποίες αποφασίζουν για αυτόν, παρακολουθούν και κρίνουν. Όταν με ρωτούσαν όλοι στην αρχή του Ραμαζανιού αν νηστεύω, είναι γιατί ακριβώς αυτές οι πρακτικές δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση. Η διαφορετικότητα καταδικάζεται, όχι μόνο στη συμπεριφορά αλλά και στα ρούχα. Οι ρόλοι είναι πολύ συγκεκριμένοι και όσοι θέλουν να είναι κομμάτι του συνόλου, δεν διανοούνται να τους παραβούν. Οι ‘ιδιαίτεροι’ ζουν σε μια δική τους παράλληλη κοινωνία: το σύνολο δεν τους θεωρεί κομμάτι του, ούτε οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους κομμάτι του συνόλου.
Το ότι δεν αντιμετωπίζω προβλήματα σε αυτή την κοινωνία, που με δέχεται ως μέλος της οικογένειας, ως γειτόνισσα και φίλη, είναι γιατί είμαι εξορισμού διαφορετική. Και πάλι όμως υπάρχουν όρια σε αυτό. Φαντάζομαι ότι αν έβαζα άντρες στο σπίτι, αν είχα παρέα με την οποία επιδιδόμασταν στην αλκοολοποσία κλπ, νομίζω πως τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο εύκολα… Από τα ανοιχτά μου παράθυρα με βλέπουν με τις τιράντες, αλλά δεν διανοούμαι να βγω στο δρόμο χωρίς να φοράω κάτι μακρύ. Και τώρα στο Ραμαζάνι, έχω κατεβασμένες τις κουρτίνες, παρόλο που όλοι ξέρουν ότι δεν νηστεύω.
Αλλά όσο διαφορετικός και να είσαι, κάποια πράγματα απλά μόνο έτσι μπορούν να γίνουν. Έτσι πίνω από το κοινό μας ποτήρι, βουτώ τα δάχτυλά μου στο κοινό πιάτο, στη συνέχεια γατογλείφομαι για να τα καθαρίσω και εννοείται πως ούτε καν έχω σκεφτεί να τα πλύνω πριν καθίσω στο πάτωμα γύρω από το μουσαμά…
(είχα ετοιμάσει ένα άλλο ποστ για σήμερα, αλλά το έγραψα σε word 2007 που δεν το αναγνωρίζει ο υπολογιστής… Οπότε ανεβάζω ένα παλιότερο, αμαρτωλό, προ-ραμαζανιού)
Για κάποιες μέρες έμεινε στο σπίτι μου ένας φίλος που δουλεύει δημοσιογράφος στη Σαουδική Αραβία, προς μεγάλη απορία των γειτόνων μου: άντρας και γυναίκα άγαμοι στο ίδιο σπίτι φυσικά συνεπαγόταν άγριες νύχτες σεξ. Ένα βράδυ, λοιπόν, η κοινή μας φίλη είχε τη φαεινή ιδέα να πάμε στο Σέρατον, χτισμένο σ’ ένα λόφο στην άκρη της πόλης. Φτάσαμε γύρω στις 21:00. Θα τρώγαμε σ’ ένα χώρο έξω από το ξενοδοχείο, με το χαρακτηριστικό όνομα ‘Χάιμε’ (το χ να βγαίνει από την καροτίδα παρακαλώ), που σημαίνει ‘σκηνή’. Κι ακριβώς αυτό ήταν.
Τα ξενοδοχεία 5* στην Υεμένη (όπως θα μάθαινα δεν υπάρχει κάποια υπηρεσία που να ελέγχει την ποιότητα των εγκαταστάσεων και των παρεχόμενων υπηρεσιών για να κρίνει πόσα αστέρια οφείλει να έχει ένα ξενοδοχείο), προσφέρουν το απαγορευμένο κατά κανόνα (όχι και κατά πράξη) στην υπόλοιπη Υεμένη αλκοόλ. Οπότε μαζί με το φαγητό μας, παραγγείλαμε και κουτάκια μπύρας (αυτά των 330ml) που θα πληρώναμε 8,5 ευρώ έκαστο, ποσό αδιανόητο για τη χώρα.
Το στήσιμο του χώρου είχε το στυλ μαγαζιού στην Εθνική. Υπήρχαν ακόμη και τρεις ντισκόμπαλες! Στη σκηνή ήταν δυο συνθεσάιζερ που τα χειριζόταν ένας Φιλιππινέζος και άλλες δύο τραγουδούσαν. Όταν έκαναν διάλειμμα κι έμπαινε μουσική κονσέρβα, τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Σύντομα το πρόγραμμα άλλαξε σε ‘λαϊκό’. Μια βραζιλιάνα μπέλλυντάνσερ εκτέλεσε το χειρότερο χωρό της κοιλιάς που έχω δει…
Ήταν όλοι τους εκεί: ο Τσάκωνας με μαλλιά, ο τύπος από τo Meaning of life που έσκασε από το φαΐ, ο Μπίλιας, ο Γαρδέλης, ο Γιώργος Αρμένης από το “Όλα Είναι Δρόμος”, που στο τέλος βάζει να γκρεμίσουν εκείνο το μαγαζί στην Εθνική… Μόνο που ήταν πιο σκούροι και κάποιοι φορούσαν ρούχα της Σαουδικής Αραβίας. Έπιναν red bull (ο φίλος μου θα μου διευκρίνιζε ότι οι περισσότεροι είχαν βότκες μέσα στις τσάντες τους) και κάπνιζαν ναργιλέ. Όσοι φορούσαν κουστούμια, έβγαιναν κατευθείαν από τη δεκαετία του ’70, όταν στην μόδα ήταν εκείνα τα γυαλιστερά υφάσματα στις αποχρώσεις του γκρίζου και μπριγιαντίνη στα μαλλιά. Θα χόρευαν στη συνέχεια στο ρυθμό του τσιφτετελιού. Δεν ξέρω αν το γνωρίζετε, αλλά το τσιφτετέλι στον αραβικό κόσμο, με όλη την κινησιολογία που θεωρούμε ‘θηλυκή’, είναι αυστηρά αντρική υπόθεση. Από τις γυναίκες που βρίσκονταν στην κατάμεστη αίθουσα, μόνο δύο σηκώθηκαν να χορέψουν.
Καμία από τον θηλυκό πληθυσμό δεν φορούσε μπούργκα. Τις είχαν στις τσάντες τους. Τιράντες με βαθειά ντεκολτέ, μίνι ή στενά παντελόνια και περίτεχνα χτενίσματα. Πραγματικά ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι κρύβεται κάτω από μια μπούργκα.
Στο τέλος της βραδιάς δύο πολύ φιλικοί Σαουδάραβες θα κάθονταν στο τραπέζι μας. Αφού παίξαμε λίγο με τις ηλικίες μας και ποιος είναι γιος και κόρη ποιανού, τους είπα την ηλικία μου. Σε παντρεύομαι, θα μου έλεγε ο ένας από τους δυο, που είχε τουλάχιστον πέντε δεκαετίες στην πλάτη του. Πόσες γκαμήλες δίνεις, θα ρωτούσα αστειευόμενη. Εκατό. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του φίλου μου, μία γκαμήλα στοιχίζει 5000 στερλίνες ή 254 κότες. Δεν ξέρω, του απαντάω. Πρέπει να ρωτήσω αν είναι καλή η τιμή που μου δίνεις… Όπως θα μου έλεγαν οι φίλοι μου στη συνέχεια, πιθανότατα θα ήμουν η τρίτη του γυναίκα…
Όταν ήρθε ο λογαρισμός, γύρω στις 2 το πρωί που τέλειωσε το πανηγύρι, έμεινα άναυδη: 140 ευρώ! Στη λυπητερή περιλαμβανόταν επιπλέον χρέωση για καθένα από τα άτομα που μας διασκέδασαν, πέντε στον αριθμό (οι τρεις Φιλιππινέζοι, ένας υεμενέζος τραγουδιστής και η χορεύτρια). Τιμή 5* με ποιότητα Εθνικής. Ήταν, ωστόσο, μια εμπειρία: το όλο σκηνικό σε κάθε πτυχή του, απλά δεν υπήρχε!