Στο τηλέφωνο ήταν η καλή μου γειτόνισσα. Θα πήγαιναν στο χωριό για το φουτούρ (το γεύμα που σπάει τη νηστεία του Ραμαζανιού μετά το απογευματινό κάλεσμα για προσευχή. Στην Αίγυπτο το λένε ιφτάρ). Θα το ‘θελα πολύ μα δεν μπορώ. Έχω ένα κείμενο που πρέπει να τελειώσω. Μα πρέπει. Μα δεν μπορώ. Μα πρέπει. Μα δεν μπορώ. Μα-πρε-πει! Μα-δεν-μπο-ρώ! Τέλος πάντων κλείσαμε το τηλέφωνο χωρίς να είναι σαφές που καταλήξαμε. Στις 17:20 χτύπησε την πόρτα ο γείτονας. Μα είπα πως δεν έρχομαι. ΠΡΕ-ΠΕΙ!!! Άτακτη υποχώρηση. Ντύθηκα,πήρα τα αναψυκτικά που είχα αγοράσει και μπήκα στο αυτοκίνητο.
Οι γείτονες δεν υπολόγισαν ότι θα καθυστερούσα και ξεκινήσαμε αργά από τη Σάναα. Στο δρόμο είχε πολλή κίνηση. Όλοι πήγαιναν σπίτια τους για το φουτούρ. Κόρνες και εκνευρισμός. Πλακωθήκαμε κι εμείς με κάτι τύπους που μας τη βγήκαν με ένα καροτσάκι πλανόδιου. Ο γείτονας άνοιξε την πόρτα και τα κλωτσομπουνίδια άρχισαν στο δευτερόλεπτο. Άλλοι άντρες ήρθαν και τους χώρισαν∙ κάποιοι φώναζαν αΐπ αΐπ (ντροπή, ντροπή). Ο καυγάς έληξε και συνεχίσαμε την τρελή μας κούρσα (βλ. βίντεο).
Τη διαδικασία την ήξερα πλέον. Μπούργκα, ω μπούργκα! Δεν είχα φέρει μαζί μου αυτή που μου χάρισε η γειτόνισσα, οπότε η αδερφή του γείτονα έδεσε τη μαντήλα της έτσι ώστε να αφήνει ακάλυπτα μόνο τα μάτια, και μου έδωσε τη μπούργκα της. Ίσα που προλάβαμε πριν από το μπλόκο! Καταφέραμε να φτάσουμε στο χωριό ακριβώς την ώρα που φώναζε ο μουεζίνης!
Νόμιζα πως η φάση θα παιζόταν όπως την προηγούμενη φορά (βλ. ποστ ‘Παρασκευή στο χωριό’), που μια χαρά τα είχαμε περάσει με την ευμεγέθη οικογένεια της γειτόνισσας. Έκανα λάθος και δεν άργησα να καταλάβω γιατι έ-πρε-πε να πάω. Τα πιτσιρίκια που βρίσκονταν στο σπίτι με ανέλαβαν αμέσως. Με έβαλαν να καθήσω στη μικρή μαφράτζα (βλ. φώτο στο ‘αυγουστιάτικη πανσέληνος’), όπου αρχικά ήμαστε μόνοι μας, εφτά πιτσιρίκια κι εγώ.
Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται γυναίκες που δεν ήξερα και αφού χαιρετούσαν τις υπόλοιπες που κάθονταν σιγά σιγά στη μαφράτζα έπαιρναν κι εκείνες τη θέση τους. Γύρω στις 15 μαζευτήκαμε, μαζί με έναν ασαφή αριθμό πιτσιρικιών (πάνω από 10 σίγουρα). Ήταν η ημέρα που οι γυναίκες –συγγενείς και γειτόνισσες- μαζεύονταν σε αυτό το σπίτι. Πού ήταν οι σύζυγοί τους; Με άλλους συγγενείς. Ο γείτονας άφαντος. Έφαγε στην κουζίνα, όπως έμαθα αργότερα, με έναν από τους συζύγους του σπιτιού και μετά πήγαν για γκατ στο μαγαζί του δεύτερου.
Το πλουσιοπάροχο γεύμα στρώθηκε στο χαλί του χωλ. Τα κοινά μας πιάτα έφευγαν μόλις άδειαζαν κι αντικαθιστώνταν με νέα. Πιάσαμε κουβέντα με την αδερφή της μαμάς της γειτόνισσας στο ημίφως, καθώς από την αρχή του γεύματος δεν είχαμε ρεύμα. Φυσιογνωμία! Έντεκα παιδιά είχε κάνει, ζωή να ΄χουνε. Είναι ωραία η μεγάλη οικογένεια, λέει. Άλλα ήταν στο χωριό και άλλα στη Σάναα.
Μετά το γεύμα, μαζεύτηκε το ‘τραπέζι’ και αράξαμε στο χαλί. Επιτροπή των πιτσιρικιών ήρθε να με προσκαλέσει στη μικρή μαφράτζα. Τους είπα ‘αργότερα’. Είχαν μαζευτεί πολλά και με τα πιτσιρίκια που ντρέπονται η συνεννόηση είναι δύσκολη. Σε λίγο ήρθε η ώρα του γκατ.
Μαζευτήκαμε στη μικρή μαφράτζα. Οι γυναικείες τσάντες άνοιξαν και βγήκαν τα σακουλάκια του γκατ. Αρκετές με παρακολουθούσαν να δουν αν τα καταφέρνω. Το καθημερινό γκατομάσημα στη διάρκεια του Ραμαζανιού με έχει κάνει ξεφτέρι! Η δασκάλα γειτόνισσά μου με είχε δίπλα της με περηφάνεια.
Αρκετές από τις γυναίκες ήταν ντυμένες σα να πήγαιναν σε βραδινή δεξίωση. Δυο κοπελιές, γύρω στα 16-17, μόλις έβγαλαν το ‘παλτό’ (το μαύρο φουστάνι που είναι αναπόσπαστο μέρος της ‘στολής δρόμου’), βγήκαν τα τούλια, τα στρας και οι ταφτάδες. Όλες φορούσαν φουστάνια, διαφόρων χρωματισμών και σχεδίων (κάποια με ντεκολτέ) και όλες φορούσαν παντελόνια κάτω από αυτές τις τουαλέτες δεξίωσης. Έτσι πάει το πράγμα.
Υπήρχε ένα μωρό που άλλαζε χέρια καθόλη τη διάρκεια της παραμονής μου στο σπίτι. Αν δεν θυμόμουν από την προηγούμενη φορά ποια ήταν η μητέρα του, θα ήταν αδύνατο να καταλάβω. Περνούσε από γυναίκα σε γυναίκα και όλες του μιλούσαν και το έπαιζαν (κάποιες άγρια θα έλεγα). Η καθεμιά τους είχε τουλάχιστον τρία παιδιά, αλλά δεν μπορούσαν να αντισταθούν σε ένα ακόμη. Το μωρό δεν αντιδρούσε καθόλου. Μετά από τρεις ώρες γύρα, επιτέλους διαμαρτυρήθηκε. Ναι, ήταν τελικά ζωντανό.
Η παρέα περιλάμβανε δύο μαμάδες που θήλαζαν, τη μητέρα του προαναφερθέντος μωρού και τη μαμά ενός παιδιού που χόρευε άνετα το χορό της τζαμπίας. Όταν άρχισαν να διαμαρτύρονται και τα δύο, σε διαφορετικές φάσεις, οι μαμάδες πέταξαν έξω τα βυζιά τους (ένα η καθεμιά) και τα τάισαν.
Τα πιτσιρίκια σιγά σιγά αποσύρονταν. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε (πρέπει να ‘ταν γύρω στη 1 το πρωί), βρήκα τρία να κοιμούνται χύμα στο πάτωμα του χωλ (εκεί που είχαμε φάει), χωρίς μαξιλάρια, σκεπασμένα με μια κουβέρτα. Γύρω τους γινόταν χαμός, καθώς άλλα έπαιζαν και οι γυναίκες φώναζαν η μία στην άλλη. Τα πιτσιρίκια δεν φαίνονταν να πτοούνται.
Σε δυο-τρεις μέρες θα αρχίσουμε τη φεγγαροπαρατήρηση για να ορίσουμε τη λήξη του Ραμαζανιού (βλ. ποστ ‘Εδώ το Ραμαζάνι, εκεί το Ραμαζάνι), η οποία αναμένεται γύρω στις 20 Σεπτέμβρη. Θα ακολουθήσει μια τετραήμερη γιορτή που εξαντλείται αποκλειστικά σε επισκέψεις από σπίτι σε σπίτι. Μετά από αυτό, δεσμεύομαι να γράψω ένα ποστ για το Ραμαζάνι στη Σάναα, το οποίο έχει πάρα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα.
Με το στόμα μου πρησμένο από τη χτεσινή υπερκατανάλωση γκατ, σας φιλώ
Υ.Γ. Για να δείτε τις λεζάντες στις φωτογραφίες, ακουμπήστε τις με τον κέρσορα πάνω στη φωτογραφία
