εκλογές στην Ελλάδα και εκλογικό ντιμπέιτ στο Μεξικό

Οι εκλογές στο Μεξικό είναι προγραμματισμένες για τον Ιούλιο, αν και δεν είναι λίγοι όσοι μιλούν για πιθανή αναβολή τους λόγω καταστάσεως έκτακτης ανάγκης (που εδώ εκφράζεται με τη δολοφονία-απειλή-εκβιασμό του εκλογικού σώματος από τους εμπόρους ναρκωτικών). Χτες λοιπόν, Κυριακή 6 Μαΐου, αφότου παρακολουθήσαμε τα εκλογικά αποτελέσματα στην Ελλάδα, συνεχίσαμε με το πρώτο από τα δύο ντιμπέιτ των τεσσάρων υποψηφίων προέδρων της δημοκρατίας.

Τα δύο επικρατέστερα κόμματα (PRI και PAN, δεξιό και δεξιότερο αντίστοιχα) παρουσίασαν υποψηφίους στο πρότυπο που μας έχουν συνηθίσει οι ΗΠΑ: μπότοξ και ρητορική ως αποτέλεσμα μακρόχρονης και επίπονης άσκησης με συμβούλους επικοινωνίας. Ο υποψήφιος του PRD (κεντροαριστερά), Αντρές Εμανουέλ Λόπες υ Ομπραδόρ βρισκόταν σε άλλο μήκος κύματος: σα να απαντούσε δυο ερωτήσεις πριν ένα πράμα. Σα να αρνιόταν πεισματικά να μπει στο παιχνίδι. Ο ΑΜΛΟ (όπως τον λένε εδώ), θύμα νοθείας στις εκλογές του 2006, άνθρωπος ακέραιος, όπως λένε, που δεν έχουν καταφέρει να του καταλογίσουν καμία βρωμοδουλειά, ήθελε να μιλήσει για λίγα μόνο πράγματα, ανεξάρτητα από την ερώτηση που του έκαναν: για τη διαφθορά, την άνιση κατανομή του πλούτου, το ξεπούλημα των φυσικών πόρων και των δημόσιων επιχειρήσεων. Και το έλεγε ανεξάρτητα με την ερώτηση που του γινόταν. Η μεγάλη έκπληξη του ντιμπέιτ ήταν ο Γκαμπριέλ Κουάδρι δε λα Τόρρες που με το άσχημο μουστάκι του και χωρίς να έχει πάρει μαθήματα από επικοινωνιολόγους, κέρδισε τις εντυπώσεις: τα σημερινά γκάλοπ τον ανέβασαν 8 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες: από το 1 στο 9 τοις εκατό! Εκτός από τον ΑΜΛΟ, στους άλλους τρεις κυριαρχούσε μια λέξη και τα παράγωγά της: ανταγωνισμός, ανταγωνιστικότητα, ανταγωνιστικός. Αυτό λείπει από το Μεξικό.

Ωστόσο όλοι σήμερα (την επομένη δηλαδή του ντιμπέιτ) μιλούν για το κουνελάκι του πλέιμποϊ που κρατούσε την κληρωτίδα από την οποία οι υποψήφιοι τράβηξαν τα γράμματα που έδιναν τη σειρά προτεραιότητας. Η μάσκα της σοβαρότητας της διαδικασίας έπεσε και οι θεσμοί της δημοκρατίας, για τους οποίους εδώ κανείς δεν έχει αυταπάτες, ενσαρκώθηκαν στο γυμνόστηθο μπούστο της καλλίγραμμης μοντέλας, πίσω από το οποίο κρύφτηκε η καταστολή και οι δολοφονίες φοιτητών στα βόρεια της χώρας που λάμβαναν χώρα συγχρόνως με το ντιμπέιτ και άλλα πολλά ακόμη.

Στην Ελλάδα από την άλλη πλευρά, η γελοιότητα και η τραγικότητα της διαδικασίας ενσαρκώθηκε σ’ ένα πρόσωπο ασχημότερο. Στη νέα βουλή κάθε εργαζόμενος και κάτοικος της Ελλάδας, Έλληνας και ξένος (κατά τον προσφιλή προεκλογικό διαχωρισμό), θα πληρώνει μέσω των άμεσων και έμμεσων φόρων 21 βουλευτές (έτσι πλέον ονομάζονται οι τραμπούκοι και οι δολοφόνοι) ενός νεοναζιστικού κόμματος, που εξελέγησαν χωρίς να κρύβουν την περιφρόνησή τους προς την εκλογική διαδικασία και τη δημοκρατία που πλέον υπηρετούς και έχει ξεφτιλιστεί όσο δεν παίρνει άλλο. Ένας αισχρός εκλογικός νόμος, υπό τους κανόνες του οποίου όλοι συμφώνησαν να παίξουν, έδωσε 50 έδρες μπόνους στο πρώτο κόμμα που συμμετείχε σε μια πραξικοπηματική κυβέρνηση και ψήφισε όλα όσα δήθεν κατέκρινε. Το ένα πέμπτο του εκλογικού σώματος έμεινε εκτός βουλής. Και ναι, νίκησε η αποχή.

Δεν έχω ψευδαισθήσεις. Δεν έχω ψηφίσει ποτέ. Αλλά σ’ αυτές τις εκλογές θα ψήφιζα, μόνο και μόνο για να μη δω τη φάτσα του Μιχαλολιάκου να μοστράρει για βουλευτής. Θα ψήφιζα για λόγους στρατηγικής και όχι γιατί πιστεύω στη διαδικασία. Κι ελπίζω να το κάνουν κι άλλοι από αυτό το 34 τοις εκατό, που σωστά κατάλαβε τη φάρσα, στις εκλογές που ελπίζω πως έρχονται και θα διορθώσουν τουλάχιστον δυο λάθη: θα τιμωρήσουν την υποκρισία του Καμμένου και θα διώξουν τους νεοναζί, των οποίων οι παχυλοί μισθοί που θα πληρώνουμε όλοι μας, μαζί με την κοινοβουλευτική ασυλία μιας γελοίας βουλής, θα θρέψουν το μίσος και το ρατσισμό τους.

 

διαημισφαιρικά ανέκδοτα

Πάντα μου έκανε εντύπωση όταν βρισκόμουν σε πολυεθνική παρέα και κάποιος αλλοεθνής ξεκινούσε να αφηγείται ένα ανέκδοτο που το ήξερα κι εγώ με ελληνική αφήγηση. Ωστόσο μέχρι τώρα μου είχε συμβεί με χώρες κοντινές (Ιταλία, Βαλκάνια). Πώς ταξιδεύουν όμως τα ανέκδοτα σε διαφορετικά ημισφαίρια;

Ο Μεξικανός συγκάτοικός μου μόλις αποπειράθηκε να μου διηγηθεί εκείνο το ανέκδοτο με τον τύπο που πάει στο γιατρό και του λέει ότι πονάει παντού. Για να μην τα πολυλογώ (γιατί δεν είναι αυτό το θέμα) ο γιατρός ζητάει από τον ασθενεί να του δείξει πού πονάει, και όντως όπου και να πατάει με το δάχτυλο, πονάει. Και για να καταστρέψω τελείως το ανέκδοτο γιατί βαριέμαι να το λέω, τελικά τον πονάει το δάχτυλό του.

Ο ανώνυμος ανεκδοτοποιός βγάζει ένα ανέκδοτο και αυτό μπορεί σε σύντομο χρονικό διάστημα να ταξιδέψει στην Ινδία, ή στο Μεξικό, ή να εισαχθεί από την Ινδία ή το Μεξικό, ποιος ξέρει. Και η ευκολία του ταξιδιού δείχνει ότι παρ’ όλες τις πολιτισμικές ή όποιες διαφορές μάς χωρίζουν, ίσως σε ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη να μοιραζόμαστε μια κοινή αίσθηση του χιούμορ και να μπορούμε να γελάμε με τα ίδια αστεία. Τραβηγμένο; Ποιος ξέρει…

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2010 at 13:57  Σχόλια (2)  

σκανδαλώδες το σήμα καμπάνα

Φωτογραφία που πολύ μ' αρέσει, τραβηγμένη από τον σύν-τροφό μου στο ταξίδι. Ευτυχώς που οι γονείς του εικονιζόμενου παλικαριού το γέννησαν βερβεράκι και αναπαύονταν τα μάτια μας όλο το βράδυ στο πρόσωπο, το μαντήλι και την κελεμπία του. Με λακόστ και τζιν όσο να 'ναι θα 'χανε... Ευχαριστώ Α. για τη φωτο!

Φωτογραφία που πολύ μ' αρέσει, τραβηγμένη από τον Α., σύν-τροφό μου στο ταξίδι. Ευτυχώς που οι γονείς του εικονιζόμενου παλικαριού το γέννησαν βερβεράκι και αναπαύονταν τα μάτια μας όλο το βράδυ στο πρόσωπο, το μαντήλι και την κελεμπία του. Με λακόστ και τζιν όσο να 'ναι θα 'χανε... Ευχαριστώ Α. για τη φωτο!

Όταν μείναμε στην όαση της Σίβας για μερικές μέρες τον Οκτώβρη μαζί με δυο φίλους, ανάμεσα στις σιουανές μας εμπειρίες ήταν και ένα βράδυ  σε μια μικρή κατασκήνωση στην έρημο. Οι εγκαταστάσεις στοιχειώδεις: ένα μακρύ ξύλινο χαμηλό τραπέζι όπου καθόμασταν γύρω του σταυροπόδι, μια τέντα ανοιχτή με στρωματάκια από κάτω για τον ύπνο κι ένα κτίσμα που στέγαζε τουαλέτα (δεν την θυμάμαι, αλλά μάλλον οι λάτρεις της χλωρίνης δεν θα την εκτιμούσαν) και μια κουζίνα (που ο φίλος μου Α. που την επισκέφτηκε την επόμενη μέρα το πρωί είπε πως χάρηκε που δεν την είχε δει πριν φάει το νοστιμότατο βραδινό μας). Πολύ κοντά είχε μια θερμή πηγή που κάναμε μπάνιο το βράδυ (έχει αρκετές τέτοιες στην ευρύτερη περιοχή της όασης).

Σιγά σιγά μας ξέχασαν και άναψε το γλέντι. Με συνοδεία δύο τουμπερλεκιών, φορώντας τις κελεμπίες και τα κεφαλομάντηλά τους, τραγουδούσαν βερβέρικα τραγούδια γύρω από το τραπέζι που φωτιζόταν με κεριά, κάτω από έναν υπέροχο ουρανό που κοίταζε την απέραντη έρημο να φτάνει πέρα από τη Λιβύη. Μάλλον το μέρος ήταν κάτι σα ‘night desert club’ γιατί συνέχισε να έρχεται κόσμος, ντόπιοι, και κάποιοι λίγοι Αιγύπτιοι. Σε κάποια φάση ήρθε κι ο Βεδουΐνος που θα έπινα καφέ μαζί του την επόμενη μέρα και απάγγελνε ποίηση. Από κάθε στροφή επαναλαμβάναμε όλοι μαζί τον τελευταίο στίχο (όχι πως καταλάβαινα τίποτα με τα επαρκή μόνο για συνεννόηση αραβικά μου). Μάλλον μόνο ένας Βέρβερος, που καψουρεύτηκε τη ναξιώτισσα φίλη μου, πρέπει να συνέχισε να μας έχει στο νου του όσο τραγουδούσε, ιδιαίτερα από όταν του είπε πως έχει ωραία φωνή. Μη φανταστείτε κανένα τρελό λαβ στόρυ στην έρημο. Αφότου είχαμε βουτήξει στην ιαματική γούρνα μού είπε στα αραβικά ότι του αρέσει η φιλενάδα μου. Τον ρώτησα αν θέλει να της το πω και μετά θυμήθηκα ότι η μοναδική φράση που ήξερε στα ελληνικά ήταν το ‘είσαι πολύ ωραία’. Αυτό ήταν! Μόλις της το ‘πε, δεν την ξανακοίταξε στα μάτια!

Κι εκεί που πίναμε το τσαγάκι μας κι ακούγαμε τα τραγούδια, ξαφνικά συνέβη: χτύπησε το κινητό! Όχι ρε γαμώτο, πλάκα μάς κάνουν. Είναι δυνατόν μέσα στη μέση της ερήμου να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Κι όμως ήταν! Και δεν ήταν το μόνο κινητό που θα χτυπούσε μέχρι το τέλος της βραδιάς.

Τι έχει φέρει το σήμα καμπάνα; Μέρη που είχαν ως κύριο χαρακτηριστικό την απομόνωση, απλά την έχασαν. Μέρη βαρβάτα, όχι αστεία πράγματα. Μιλάμε για έρημο, μιλάμε για όρη (το ίδιο μου συνέβη και στον Ψηλορείτη). Και η σχετική διαφήμιση της Κοσμοτέ είναι απόλυτα ειλικρινής!

Τι συμβαίνει λοιπόν στη διαφήμιση; Ένα ταχύπλοο φέρνει ένα ζευγάρι σε μια ερημική παραλία και φεύγει να τους αφήσει μόνους. Έλα όμως που εκεί βρίσκεται ήδη ένας τύπος και τους φέρνει τα νέα…

- Έχει…

- Τι έχει;

- Έχει σήμα, σήμα καμπάνα!

και σκάει ο τύπος απ’ τον ουρανό, φυτρώνουν δυο τροφαντοί απ’ την άμμο, φτύνουν και τ’ αποδυτήρια άλλους τέσσερις, τρέχουν και πέντε ναυαγοσώστες αλλά τι να πρωτοσώσουν… Κι εκεί που νόμιζες πως είσαι μόνος σου με το γκομενάκι σου, ότι θ’ αράξεις γυμνός στην παραλία και θα βλέπεις τα σχήματα που αλλάζουν τα σύννεφα, ξαφνικά… έχει σήμα… Μα είσαι κι εσύ μαλάκας, καλέ μου! Σε είδα στην αρχή της διαφήμισης που έψαχνες σήμα μόλις πάτησαν τα πόδια σου άμμο! Κι όταν πρόκειται για κατανάλωση, η επιθυμία σου, διαταγή τους. Καλά να πάθεις, λοιπόν!

Υ.Γ. Κι εννοείται πως μπορείς να το κλείσεις το κινητό. Αλλά κάποια μέρη πρέπει να διατηρούν τη φυσική τους απομόνωση. Αν δεν μπορείς ν’ απομονωθείς εντελώς στην έρημο και στην κορυφή του όρους, πού πρέπει να πας όταν θες να γλιτώσεις απ’ το σήμα; Απλά σκανδαλώδες!

το νερό

Διαφορετικοί τόποι αποκτούν διαφορετική αίσθηση για το νερό τους, χωρίς αυτή να έχει κάποια σχέση απαραίτητα με την ποιότητά του…

Σε ένα αγαπημένο μου χωριό στην Κρήτη, οι κάτοικοι περιφρονούσαν το νερό της βρύσης και έπιναν μόνο από την κρήνη τους. Τα κυριακάτικα πρωινά, στο καφενεδάκι κοντά στην κρήνη -έχει κλείσει κάποια χρόνια τώρα- ο καφές συνοδευόταν με νερό της βρύσης. Κι ενώ οι συνδαιτημόνες δεν θα σηκώνονταν εύκολα για ο,τιδήποτε άλλο (κυκλοφορούν κάποια ανέκδοτα για την υποτιθέμενη τεμπελιά των κατοίκων), άδειαζαν τελετουργικά τα ποτήρια τους ο ένας μετά τον άλλο στις γλάστρες και τους κήπους γύρω από το καφενείο και πήγαιναν να γεμίσουν από την κρήνη. Κι αυτό ενώ κυκλοφορούσαν κάποιες φήμες που συνέδεαν περιστατικά τρέλας στο χωριό με το νερό αυτό. Ένα καλοκαίρι έμεινα σ’ ένα κοντινό χωριό. Φυσικά έπινα νερό από τη βρύση, το οποίο ήταν μια χαρά. Όπως θα μάθαινα στη συνέχεια, τα δύο χωριά είχαν το ίδιο δίκτυο υδροδότησης…

Στο Ρέθυμνο υπάρχει μια κρήνη, η Ριμόντι, που υπάρχει τουλάχιστον από τα βενετικά χρόνια (γνωρίζουμε ότι ανακασκευάστηκε από τον ρέκτορα Ριμόντι το 1623). Το νερό της βγαίνει από φύλλα που σχηματίζουν λιονταροκεφαλές. Από τη βρύση αυτή έπιναν για αιώνες νερό οι κάτοικοι της πόλης. Το νερό είναι ελάχιστα γλυφό, αλλά αβλαβές. Σήμερα πίνουν από την κρήνη μόνο οι τουρίστες, που φροντίζουν να βγάλουν και τις σχετικές φωτογραφίες, αλλά κανείς από τους κατοίκους. Το χρησιμοποιούν μόνο για σφουγγάρισμα τα κοντινά μαγαζιά και συχνά ούτε καν αυτά. Λέγεται μάλιστα ότι όποιος πιει νερό από αυτή την κρήνη μένει για πάντα στο Ρέθυμνο…

Στο Κάιρο υπάρχει αυστηρή ταξιδιωτική οδηγία να μην πίνει κανείς από το ντόπιο νερό, που έρχεται από το Νείλο. Αρκετοί οδηγοί συμβουλεύουν μάλιστα και την αποχή από τη βρώση λαχανικών που έχουν πλυθεί με το νερό αυτό. Η γεύση του άλλωστε είναι πραγματικά αποτρεπτική. Όταν έκανα ντους στο Κάιρο, συχνά μύριζε σαν πισίνα, τόσο χλώριο περιείχε ενίοτε. Ωστόσο για τους ντόπιους, όπως και για τους ξένους κατοίκους του Καΐρου, η πόση του νερού είναι δείγμα εντοπιότητας. Οι λόγοι δεν είναι μόνο οικονομικοί. Το μεγάλο μπουκάλι εμφιαλωμένου νερού στοιχίζει 2-2,5 λίρες (8 λίρες=1 ευρώ), ποσό φυσικά σημαντικό για μια οικογένεια. Ωστόσο υπήρχε κάτι με το νερό: ήταν συνδεδεμένο με την πόλη. Και οι ξένοι κάτοικοι με περηφάνια έπιναν από το ποτήρι τους μπροστά στα έκπληκτα μάτια των τουριστών, βροντοφωνάζοντας με κάθε γουλιά δύσγευστου νερού πως δεν είναι περαστικοί. Η αλήθεια είναι ότι μετά από κάποιο διάστημα η απαίσια γεύση δεν γινόταν αντιληπτή. Γιατί φυσικά, ήμουν κι εγώ από αυτούς που έπιναν το νερό του Νείλου (και ναι! το λέω με περηφάνια)! Ξαναθυμήθηκα ότι μάλλον το νερό του Καΐρου είναι απαίσιο, όταν όταν ήρθα στην Αθήνα: ήπια μονορούφι τρία ποτήρια νερό, γιατί ήταν απλά εξαιρετικό!

Στη Σάναα κανείς δεν έπινε από τη βρύση. Όλοι έπαιρναν πεντάκιλα μπεντόνια που αγόραζαν από τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς προς 45 ριάλια (αν θυμάμαι καλά. 300 ριάλια=1 ευρώ), επιστρέφοντας τα άδεια μπετόνια. Το νερό της βρύσης δεν ήταν άσχημο. Έπρεπε βέβαια να περάσει από το ντεπόζιτο στο ισόγειο κάθε σπιτιού και με αντλία να ανεβεί στο ντεπόζιτο της ταράτσας. Το νερό από το μπετόνι είχε γεύση πλαστικού. Το γκατ συνήθως συνοδευόταν από ατομικό εμφιαλωμένο νερό ή κρύο νερό σε θερμός. Κάθε σπίτι είχε ένα θερμός και συχνά τα πιτσιρίκια το έπαιρναν στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς για να το γεμίσουν απευθείας με μπετόνι από το ψυγείο. Οι περισσότεροι δεν έπλεναν το γκατ, αν και γνώριζαν ότι είχε φυτοφάρμακα, καθώς υπήρχε ο μύθος ότι το κατέστρεφε…

βροχή

Κατέβηκα στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος. Έβρεχε. Ο πατέρας μου ήρθε με μια τεράστια ομπρέλ(λ)α. Καιρό είχα να δω αυτό το εργαλείο. Στη Σάναα μόνο κάτι γιαγιάδες το είχαν, για να προστατεύονται από τον ήλιο, κι αυτές λίγες. Κατευθυνθήκαμε προς το αυτοκίνητο. Στη διαδικασία της φόρτωσης του υπερβάρους που χρυσοπλήρωσα στο αεροδρόμιο, έκλεισα την ομπρέλα. Ο πατέρας μου έτρεχε πάνω κάτω όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αντίθετα με τις δικές μου αργές κινήσεις. Βιαζόμασταν;

Βλέποντας και τους άλλους γύρω, θυμήθηκα πως στην Αθήνα ο κόσμος δεν αγαπά τη βροχή. Πόσο εύκολα ξεχνιούνται τέτοια πράγματα…

Μεγαλώνοντας στην Αθήνα έμαθα να μη βγαίνω από το σπίτι όταν έβρεχε αν η δουλειά που έπρεπε να γίνει μπορούσε να αναβληθεί. Τα αμφιθέατρα της Φιλοσοφικής ήταν άδεια όταν έβρεχε (και έβρεχε και μέσα στα αμφιθέατρα). Στις πρωινές παραδόσεις, άνοιγα την κουρτίνα ενώ ήμουν ακόμη ξαπλωμένη στο κρεβάτι, έβλεπα πως έβρεχε και ξανακοιμόμουν. Δεν σηκωνόμουν πριν να στεγνώσουν οι δρόμοι.

Ένα πεντάμηνο πέρασμα από το Μπέρμινγχαμ, με δίδαξε ότι μπορείς να βγεις από το σπίτι όταν βρέχει. Ότι οι δρόμοι δεν πλημμυρίζουν απαραίτητα (συνέχισα καθόλο το διάστημα που ήμουν εκεί να διατηρώ τις αμφιβολίες μου για την ολοκληρωτική απουσία πλημμυρών). Γυρίζοντας στην Ελλάδα, μπορούσα να πλέον να περπατάω στη βροχή.

Στην Σάναα η βροχή είναι ευλογία. Όταν, ακόμη στο Κάιρο, μιλούσαμε με την υεμενέζα φιλενάδα μου για τη Σάναα,  μού παίνευε τον εξαιρετικό καλοκαιρινό καιρό: δεν θα είχε ζέστη και θα έβρεχε κάθε απόγευμα (!;). Έβρεξε λίγες φορές (βλ. φαινόμενο του θερμοκηπίου), κατά τις οποίες κανείς δεν κυκλοφορούσε με ομπρέλα και κανείς δεν φοβόταν να βραχεί. Τα ξυπόλητα πιτσιρίκια στους δρόμους της παλιάς πόλης συνέχιζαν να παίζουν βρεγμένα μέχρι το κόκκαλο. Κανένας γονιός δεν έβγαινε να τα μαζέψει. Οι άντρες σήκωναν τις ζάννες τους (κελεμπίες), έβγαζαν τα πέδιλα και περνούσαν τα ποτάμια που σχηματίζονταν στους δρόμους (δεν υπήρχαν υπόνομοι να μαζεύουν τα νερά). Μόνο οι γυναίκες επιτάχυναν το βήμα τους να γλιτώσουν τη βροχή.

Ωραίος καιρός σήμερα, θα μου έλεγε ο κόσμος της γειτονιάς μου κάθε φορά που έβρεχε. Μου πήρε λίγες βροχές για να απαντήσω ειλικρινά και με χαμόγελο, Ναι, ωραίος καιρός!!!

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 45 other followers