δεν είναι εφιάλτης: είναι η ζωή μας…

Είναι κάποιες μέρες που ξυπνάς και αισθάνεσαι τον κόσμο να σε πλακώνει. Ότι δεν υπάρχει έξοδος. Ότι είμαστε καταδικασμένοι.

Το Σαββατοκύριακο στο Cherán γιόρτασαν τον ένα χρόνο αυτοοργάνωσης και αυτονομίας. Ένα χωριό στη μέση ενός δάσους που σιγά σιγά είχαν αρχίσει να κατασπαράζουν οι οικοπεδοφάγοι και οι έμποροι ξυλείας. Μια καταπληκτική ιστορία, που χρωστάω να τη γράψω, αλλά με τρόπο αισιόδοξο όπως της αρμόζει. Χτες σκότωσαν δυο άτομα από την κοινότητα…

Ακούω αυτή τη στιγμή μέσω ίντερνετ το σεμινάριο “Μεταλλευτικές υπερεπενδύσεις, περιβαλλοντική ερήμωση και ανθρώπινα δικαιώματα”. Στο σεμινάριο ερευνητές που συντροφεύουν την αντίσταση κατά των μεταλλευτικών επενδύσεων, καθώς και μέλη των αντιστάσεων περιγράφουν τις τραυματικές εμπειρίες της γης και των ανθρώπων της όχι πλέον από κάποια αποικιακή δύναμη αλλά από τους υποτιθέμενους εκπροσώπους μιας υποτιθέμενης δημοκρατίας. Και η σκέψη μου είναι με τους φίλους του δικτύου κατά των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων στη Βόρεια Ελλάδα (επισκεφτείτε το Παρατηρητήριο Μεταλλευτικών Δραστηριοτήτων). Και στα πονεμένα λόγια των μεξικανών ομιλητών βλέπω το μέλλον αυτής της περιοχής. Σε ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα το μέλλον είναι εδώ, στο Μεξικό, στη Λατινική Αμερική: η βία, η κοινωνική αποσύνθεση, η απώλεια κάθε ηθικής, η ξεδιάντροπη διαφθορά, το απολυταρχικό-δικτατορικό-μαφιόζικο κράτος, η καταστολή, οι δολοφονίες, οι παραστρατιωτικές οργανώσεις, η φτώχεια πραγματική και ηθική.

Στους νεκρούς του Cherán και στους δολοφονημένους των μεταλλευτικών υπερεπενδύσεων αντιπροσωπεύονται οι αδερφοί μας που έβαλαν την αξιοπρέπειά τους πιο ψηλά από τη ζωή τους. Σα να βλέπω σε αυτούς όλους τους νεκρούς που θα ΄ρθουν, γιατί η σύγκρουση είναι εδώ και θα ΄χει νεκρούς να προστεθούν σε όσους ήδη υπάρχουν. Πότε ξεκίνησε όλο αυτό ρε γαμώτο; Πώς μπορεί να σταματήσει; Δεν είναι εφιάλτης: είναι η ζωή μας…

Published in: on Απριλίου 19, 2012 at 13:44  Σχόλιο (1)  

η παναγία της Γουδελούπης, το φόρουμ του Κανκούν και η απροσάρμοστη νεολαία

Τρεις μέρες πριν γύρω στις 4 το πρωί ξύπνησα από κροτίδες (καθώς όπου φιέστα και χαρά οι κροτίδες πρώτες εδώ) που συνεχίστηκαν με διαλείμματα σχεδόν όλη την ημέρα. Σε κάποια φάση ανέβηκα στην ταράτσα να δω τι συμβαίνει. Οι κροτίδες αφήνουν ένα μικρό συννεφάκι στον ουρανό, εκεί όπου σκάνε, και μπορείς να προσδιορίσεις τον τόπο της γιορτής. Κι εκεί που έσκαγαν βρισκόταν ο ναός της Παναγίας της Γουδελούπης. Μπα, σκέφτηκα. Θα έχει κι άλλο ναό και δεν το ξέρω. Αφού η γιορτή της Παναγίας είναι στις 12 του Δεκέμβρη. Κι όμως…

Δεν θα γράψω πολλά σ’ αυτό το ποστ για ν’ αφιερώσω ένα μετά την επιστροφή μας απ’ το Κανκούν, μιας και θα προλάβουμε τη γιορτή. Απλά ήθελα να σας μεταφέρω τον παλμό της πόλης. Ενώ λοιπόν ετοιμαζόμαστε να φύγουμε αύριο για το Κανκούν, από όλο το Μεξικό έρχονται στο Σαν Κριστόμπαλ για να προσκυνήσουν την Παναγία της Γουαδελούπης, προστάτιδα του Μεξικού (τώρα βέβαια η γουϊκιπαιδεία λέει ότι ο ναός της βρίσκεται στο Τεπεγιάκ, αλλά θα λύσω αυτό το μυστήριο όταν επιστρέψω). Ο ναός έχει στολιστεί και η παράδοση θέλει οι προσκυνητές να έρχονται περπατώντας από μακρινά μέρη και να ανεβαίνουν στα τέσσερα τα σκαλιά μέχρι το ναό που έχει θέα όλη την πόλη. Οι κροτίδες ακούγονται μέχρι πέρα από το δημαρχείο και για δυο βδομάδες θα συνοδεύουν την καθημερινότητα των κατοίκων.

Κατά τ’ άλλα  επικρατεί ένας αναβρασμός. Αύριο φεύγουμε 250 άτομα από το Σαν Κριστόμπαλ για το Κανκούν, για τα εναλλακτικά φόρουμ για την κλιματική δικαιοσύνη. Το φόρουμ των επίσημων αντιπροσωπειών (γνωστό ως COP16=Conference of the Parties με 16 διαδοχικές αποτυχίες) έχει αρχίσει ήδη, αλλά έχουν συγκεντρωθεί σε διαφορετικό μέρος για να κάνουν τις διακοπές τους οπότε δεν θα μας ενοχλήσουν. Τρία διαφορετικά φόρουμ θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον χιλιάδων συμμετεχόντων από όλο τον κόσμο. Με το Klimaforum μάλλον δεν θα ασχοληθώ καθόλου γιατί μου φαίνεται ολίγον από χίππικη επιχείρηση. Θα μαζευτούν σε μια παραλία 40χλμ. μακριά από την πόλη του Κανκούν και δεν συμμετέχουν στη μεγάλη πορεία στις 7 του Δεκέμβρη. Για τα άλλα δύο δεν έχω δει προγράμματα ακόμη, αλλά θα τα επισκεφτώ και θα σας πω τις εντυπώσεις μου στην επιστροφή.

Θα ήθελα να πω τι είναι για μένα το Κανκούν και γιατί πάω. Το ότι διοργανώνεται εκεί το COP16 είναι  μάλλον αδιάφορο. Το γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι δεν πρόκειται ν’ αποφασίσουν τίποτα ούτε ξέρω πώς μπορούν να δεχτούν πιέσεις για να αποφασίσουν κάτι. Δεν πάω για να ζητήσω τίποτα. Για μένα αυτές οι διοργανώσεις είναι αυτή η γιορτή της συνάντησης διαφορετικών ομάδων, πρακτικών και ιδεών που δεν μπορείς να βρεις αλλού. Και το COP16 είναι μια αφορμή για να συναντηθούμε και να ριζοσπαστικοποιήσουμε τις σκέψεις και τις πρακτικές μας. Η πορεία στις 7 του μήνα θα είναι μέρος της τελετουργίας της συνάντησης, θα έλεγα, αλλά και για να πούμε ότι ‘είμαστε εδώ και σας βλέπουμε και θα μας βρείτε μπροστά σας καθάρματα’. Αλλά ο πραγματικός αγώνας θαρρώ πως γίνεται τοπικά, αλλά με συνολικότερη οργάνωση, όπως οι διεθνείς συναντήσεις που οργανώνονται για τον αγώνα κατά των φραγμάτων, των μεταλλείων, των ανεμογεννητριών, της αποψίλωσης των δασών, της ιδιωτικοποίησης των υδάτινων πόρων κλπ. Και ξέρεις ότι ο αγώνας σου είναι μέρος ενός γενικότερου αγώνα. Και ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος.

Και μέσα σ’ όλα αυτά, στις εκδηλώσεις και στις ομάδες που έχουν οργανώσει φεστιβάλ, προβολές, συζητήσεις, συναυλίες, εκθέσεις, εργαστήρια, δράσεις κλπ. για το Κανκούν, κάνει την εμφάνισή της μια απροσάρμοστη νεολαία (που προσδιορίζεται ηλικιακά, αλλά περιλαμβάνει και κόσμο πιο μεγάλο με τα ίδια χαρακτηριστικά). Μια νεολαία που είναι ένα νέο, ίσως, κύμα που δεν φαίνεται, μια και δεν έχει ιδιαίτερα περίεργα ρούχα, μαλλιά, βάψιμο προσώπου κλπ. Μια νεολαία που μοιάζει λίγο στην άκρη του συστήματος, αλλά με ένα διαφορετικό τρόπο από τους μετανάστες, τους άνεργους, τους ημιαπασχολούμενους, τους μη λευκούς, τις γυναίκες, τους ομοφιλόφυλους, τα άτομα με ειδικές ανάγκες (τυχαία η σειρά). Η βασική διαφορά είναι ότι αυτοί οι τελευταίοι θα ήθελαν να είναι μέρος του συστήματος, ενός συστήματος χωρίς διακρίσεις, και διεκδικούν την ένταξή τους. Η νεολαία για την οποία μιλάω δεν θέλει.

Τα χαρακτηριστικά της: μη συγκεκριμένη δουλειά, πολύ λίγα έως ανύπαρκτα λεφτά στην τσέπη, πολλά προσόντα (γλώσσες, ικανότητες, γνώσεις), αγωνιστική διάθεση και δράση, ερευνητικό και φιλομαθές πνεύμα, αντιδημοσιογραφία (=όχι συνεργασία με καθεστωτικά μέσα επικοινωνίας, αλλά με εναλλακτικά και με σκοπό τη διάδοση της πληροφορίας). Κοινό χαρακτηριστικό επίσης για τους περισσότερους είναι τα ταξίδια, όχι για τουρισμό, αλλά για εμπειρία, με μακρά διαστήματα παραμονής σε διαφορετικά μέρη.

Τα παιδιά αυτά με τα όμορφα πρόσωπα και τα ακτινοβόλα μάτια δουλεύουν πολλές ώρες: διαβάζουν, φτιάχνουν βίντεο, γράφουν άρθρα, δουλεύουν σε εθελοντικά προγράμματα, φτιάχνουν δικές τους ομάδες που αγωνίζονται, οργανώνουν δραστηριότητες και δράσεις.  Κι όλα αυτά χωρίς να πληρώνονται και χωρίς να έχουν λεφτά. Όχι γιατί δεν μπορούν, αλλά γιατί καμιά δουλειά δεν είναι αρκετή για τους χωρέσει. Μια όμορφη απροσάρμοστη νεολαία με έντονη παρουσία στη Λατινική Αμερική, που έρχεται όμως απ’ όλο τον κόσμο για ν’ αναπνεύσει λίγο αέρα αντίστασης και ελπίδας. Και μ’ αυτή τη νεολαία, αλλά και πιο μεγάλους που δεν τα παράτησαν και είναι παράδειγμα κι έμπνευση, θα βρεθούμε στο Κανκούν.

Entonces, nos vemos después! (=Επομένως, τα λέμε μετά)

Υ.Γ. Για Κανκούν φεύγουμε αύριο και γυρίζουμε 11 του Δεκέμβρη. Μια βδομαδούλα χωρίς λαπτοπ και ίντερνετ, με τετράδιο και στυλό…

διαημισφαιρικά ανέκδοτα

Πάντα μου έκανε εντύπωση όταν βρισκόμουν σε πολυεθνική παρέα και κάποιος αλλοεθνής ξεκινούσε να αφηγείται ένα ανέκδοτο που το ήξερα κι εγώ με ελληνική αφήγηση. Ωστόσο μέχρι τώρα μου είχε συμβεί με χώρες κοντινές (Ιταλία, Βαλκάνια). Πώς ταξιδεύουν όμως τα ανέκδοτα σε διαφορετικά ημισφαίρια;

Ο Μεξικανός συγκάτοικός μου μόλις αποπειράθηκε να μου διηγηθεί εκείνο το ανέκδοτο με τον τύπο που πάει στο γιατρό και του λέει ότι πονάει παντού. Για να μην τα πολυλογώ (γιατί δεν είναι αυτό το θέμα) ο γιατρός ζητάει από τον ασθενεί να του δείξει πού πονάει, και όντως όπου και να πατάει με το δάχτυλο, πονάει. Και για να καταστρέψω τελείως το ανέκδοτο γιατί βαριέμαι να το λέω, τελικά τον πονάει το δάχτυλό του.

Ο ανώνυμος ανεκδοτοποιός βγάζει ένα ανέκδοτο και αυτό μπορεί σε σύντομο χρονικό διάστημα να ταξιδέψει στην Ινδία, ή στο Μεξικό, ή να εισαχθεί από την Ινδία ή το Μεξικό, ποιος ξέρει. Και η ευκολία του ταξιδιού δείχνει ότι παρ’ όλες τις πολιτισμικές ή όποιες διαφορές μάς χωρίζουν, ίσως σε ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη να μοιραζόμαστε μια κοινή αίσθηση του χιούμορ και να μπορούμε να γελάμε με τα ίδια αστεία. Τραβηγμένο; Ποιος ξέρει…

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2010 at 13:57  Σχόλια (2)  

Υπάρχει ζωή χωρίς θάνατο;

Σύντομα πρόκειται να κάνω ένα ταξίδι με το οποίο θεωρώ ότι θα ανοίξω μια κουρτίνα σ’ έναν άλλο κόσμο, ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω. Ο λόγος των ζαπ/στας (το βάζω έτσι για να μη φτάνει κόσμος στο μπλογκ μου πληκτρολογώντας το όνομα), τις κοινότητες των οποίων θα προσπαθήσω να συναντήσω, είναι γεμάτος οξύμωρα. Αυτοί που πεθαίνουν για να ζήσουν, αυτοί που καλύπτουν το πρόσωπό τους για να τους δουν κ.ά. Γνωρίζοντας ότι το μέρος είναι επικίνδυνο, θέλησα να ‘αποχαιρετήσω’ τους φίλους μου, να κλείσουμε τις εκκρεμότητες, να πούμε αυτά που δεν είχαν ειπωθεί όταν έπρεπε και ν’ αποχαιρετιστούμε σαν πολεμιστές που συνεχίζουν τη μάχη τους σε διαφορετικά μέτωπα. Μελοδραματικό; Ίσως. Διαβάζοντας κείμενα των ζαπ/στας μπήκα σε αυτό ακριβώς το κλίμα. Αισθάνομαι σαν να πρέπει να καθαρίσω από την αλλοτριωμένη ύπαρξή μου για να μπορέσω να δω. Να πεθάνει ο εαυτός μου όπως τον ήξερα, για να ζήσω κάτι άλλο. Ρομαντικό; Ίσως. Μα έτσι το αισθάνομαι.

Βρήκα τις πόρτες των φίλων μου κλειστές. Τους έφερα σε αμηχανία, τους εκνεύρισα. Με εξέπληξε η αντίδρασή τους. Φυσικά και δεν περίμενα να χαρούν, αλλά ούτε πως θα αντιδρούσαν τόσο άσχημα. Γιατί άραγε είναι ταμπού ο θάνατος ή η σκέψη του θανάτου; Υπάρχει άραγε ζωή χωρίς θάνατο;

Ο θάνατος του 17χρονου αδερφού μου πριν 13 χρόνια, με έκανε να προβληματιστώ πολύ για το ζήτημα. Δεν είχα επιλογή άλλωστε. Μια βαριά κατάθλιψη για ένα διάστημα με οδήγησε να επιθυμήσω τόσο πολύ το φιλί του θανάτου, που να γίνουμε φίλοι. Σίγουρα η απώλεια ενός αγαπημένου είναι βαριά για όσους μένουν πίσω, αυτό όμως δεν πρέπει να μας οδηγεί στο να αντιμετωπίζουμε το θάνατο ή την αναφορά του θανάτου ως ταμπού, τη στιγμή μάλιστα που είναι τόσο αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Η συγκίνηση από τη μυρωδιά και την όψη ενός λουλουδιού υπάρχει γιατί το λουλούδι θα πεθάνει μετά από μια μέρα, μια βδομάδα. Για σκεφτείτε αν ήταν εκεί για πάντα. Θα μας συγκινούσε το ίδιο;

Πώς θα ήταν αν είχαμε μια ζωή αιώνια; Τι θα ήταν σημαντικό; Θα μπορούσαμε να γίνουμε εγκληματίες και μετά μοναχοί, επιστήμονες και εργάτες, μουσικοί και τεχνίτες, να διαβάζουμε όλη μέρα ή να παίζουμε τάβλι, να γλεντούμε και μετά να νηστεύουμε.  Όλα αυτά βουλιαγμένοι σε ένα μηδενικό χρόνο, στην αιωνιότητα.  Δε θα είχε σημασία.  Θα προλαβαίναμε να τα κάνουμε όλα ή και τίποτα.  Αδιάφορο.  Ο χρόνος είναι σημαντικός επειδή πεθαίνουμε.

Αν ζούσαμε σε μηδενικό χρόνο θα ήταν όλα διαφορετικά.  Όλες οι αξίες μας έχουν γνώμονα το θάνατο.  Σε ανθρώπινο επίπεδο η εντιμότητα, η φιλία, η οικογένεια, μετριούνται με γνώμονα το θάνατο…  Κάποιος είναι άτιμος, γιατί προξένησε σε ένα συνάνθρωπό του μια ζημιά.  Αν ζούσαμε αιώνια, η όποια ζημιά δεν θα ήταν τόσο σημαντική, μιας σε ένα αχρονικό παρόν όλα διορθώνονται ή είναι αδιάφορα.  Η φιλία, όπως την ορίζουμε, μετριέται με το θάνατο.  Στο φίλο μας επενδύουμε το χρόνο μας και τόσο τα πρόσωπα όσο και ο χρόνος είναι σημαντικά γιατί πεθαίνουμε.  Αν ζούσαμε σε ένα αχρονικό παρόν, δε θα είχε τόση σημασία.  Θα μπορούσαμε να περνάμε το χρόνο μας με ανθρώπους αδιάφορους, κάνοντας άχρηστα πράγματα – δεν θα υπήρχε χρόνος και δεν θα ’χε σημασία.  Θα μπορούσαμε να κάνουμε 35 παιδιά με 35 διαφορετικούς συντρόφους, χωρίς να αγαπάμε κανένα και κανέναν.  Δε θα ’χε τόση σημασία.  Ο καθένας μας θα ρύθμιζε διαφορετικά τις επιλογές του.  Το αίσθημα της ευθύνης υπάρχει γιατί πεθαίνουμε.  Η αξία των επιλογών που κάνουμε, έχει τέτοια βαρύτητα επειδή πεθαίνουμε.

Οι περισσότεροι φίλοι μου δεν διαβάζουν το παρόν ιστολόγιο και οι αντιδράσεις τους ήταν διδακτικές για να σταματήσω να ανοίγω συζητήσεις για το θέμα (έστω διά ζώσης). Κι αφού υπάρχει τόση ένταση για το ζήτημα, ίσως τελικά να είμαι εγώ η περίεργη που μου φαίνεται ότι ο θάνατος δίνει αξία στη ζωή του καθενός μας, και η κάθε συγκεκριμένη ζωή δίνει στο θάνατο την αξία του. Άλλωστε ίσως για αυτό λένε πως αυτό το ταξίδι είναι μοναχικό. Δεν μου αρέσει να γίνομαι μελοδραματική, αλλά δεν θεωρώ πως υπάρχει δράμα στην προσδοκία του θανάτου, συμβολική ή πραγματική. Υπάρχει ζωή χωρίς θάνατο;

Υ.Γ. Όσοι θέλετε να διαβάσετε περισσότερα πράγματα για τους ζαπ/στας, να πάρετε το βιβλίο της Γκλόρια Μουνιός Ραμίρες, Φωτιά και λόγος, μτφρ. Νίκος Κοκκάλας, εκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2007, κεντρική διάθεση Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37.

Published in: on Ιουλίου 25, 2010 at 15:04  Σχόλια (10)  

αμνησία in litteris: δυστυχία ή προνομιακός μηχανισμός;

Για χρόνια αποτελούσε παντιέρα της κακής μου μνήμης το “Αμνησία in litteris”, το τέταρτο διήγημα του Πάτρικ Ζίσκιντ στο Τρεις παλιές ιστορίες (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ψυχογιός). Στο διήγημα ο πρωταγωνιστής είναι ένας διάσημος συγγραφέας που τον ρωτούν ποιο βιβλίο  τον έχει επηρεάσει περισσότερο στη ζωή του. Προσπαθεί να θυμηθεί τίτλους, συγγραφείς, εξώφυλλα, μα δεν θυμάται τίποτα. Περιγράφει μια σκηνή στην οποία παίρνει ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη του και αρχίζει να το διαβάζει. Κάποιος είχε γράψει στα περιθώρια, πράγμα που συνήθως τον ενοχλούσε, αλλά στην προκειμένη νιώθει σα να έχει μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον άγνωστο. Διαβάζει μια ωραία σκέψη. Κλείνει τα μάτια να τη χορτάσει και παίρνει το μολύβι να σημειώσει ένα σχόλιο. Με έκπληξη βλέπει πως το σχόλιο είναι ήδη εκεί, με την ίδια ακριβώς διατύπωση. Και για την ακρίβεια ο γραφικός χαρακτήρας τού είναι οικείος. Είναι ο δικός του γραφικός χαρακτήρας!

Έχω καθησυχάσει τον εαυτό μου ότι δεν πειράζει που δεν θυμάμαι τις χιλιάδες σελίδες που έχουν περάσει απ’ τα χέρια μου (πλέον και σε ηλεκτρονική μορφή). Ό,τι χρειαζόμουν το έχω κάνει αίμα και σάρκα, έχει γίνει ένα με μένα και το κουβαλάω.

Μήπως όμως είμαστε και λίγο τυχεροί γι’ αυτή την προβληματική μνήμη; Πριν χρόνια στο Αναγνωστήριο της Ιπποκράτους η φίλη μου Μ. διάβαζε δίπλα μου ένα βιβλίο κλασικής αρχαιολογίας. Έγραφε ότι το αρχαίο θέατρο του Διονύσου έχει την ίδια χωρητικότητα με το ΟΑΚΑ! Μοιράστηκε με έκπληξη την πληροφορία μαζί μου. Λίγους μήνες αργότερα διάβαζε το ίδιο βιβλίο, πάλι δίπλα μου και ξαναμοιράστηκε με την ίδια έκπληξη και την ίδια διατύπωση την ίδια πληροφορία!

Μήπως πρόκειται κατά κάποιο τρόπο για έναν προνομιακό μηχανισμό που μας επιτρέπει να λαμβάνουμε την ίδια ευχαρίστηση και να μας προκαλούν την ίδια έκπληξη πληροφορίες που έχουμε ξανακούσει στο παρελθόν αλλά η βραχεία μνήμη μας δεν τις συγκράτησε;

Διαβάζω για δεύτερη φορά το Αγριεμένοι ανάπηροι επιστρέφουν από καυτά κλίματα του Τόμ Ρόμπινς (μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδ. Αίολος). Το είχα διαβάσει πριν έξι χρόνια και η ασθενική μου μνήμη μού επιτρέπει να το ευχαριστιέμαι σα να το διαβάζω πρώτη φορά! Μάλιστα στη δική μου περίπτωση αυτός που βάζει θαυμαστικά στα περιθώρια και χαμογελαστά πρόσωπα είναι κάποιος ξένος, καθώς έξι χρόνια μετά δεν συμφωνώ με τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά!

Είχα γνωρίσει έναν τύπο στο Κάιρο. Ήταν διαχειριστής του χόστελ που έμενα σε διάφορες φάσεις. Κάποια στιγμή, μετά από μήνες που είχα φύγει, συναντηθήκαμε στο δρόμο. Ήμουν με μια παρέα: έναν άγγλο βουδιστή μοναχό που περιφερόταν στο Κάιρο με το κροκί ράσο του, τον άγγλο δημοσιογράφο συγκάτοικό μου κι ένα ελληνο-αιγύπτιο καθηγητή μαθηματικών. Αποκαλύφθηκε πως όλοι είχαμε περάσει σε διαφορετικά διαστήματα από το χόστελ, καθώς ο διαχειριστής μάς θυμόταν όλους, ακόμη και τα νούμερα των δωματίων μας. Στις διάφορες φάσεις που είχα μείνει στο χόστελ, μού δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω ότι συγκρατούσε ένα πλήθος άχρηστων πληροφοριών που πραγματικά δεν ξέρω με ποιο τρόπο τις αποθήκευε. Και δήλωνε δυστυχής για αυτήν την ικανότητα που πολλοί από μας θα τη ζηλεύαμε…

Τώρα θα μου πείτε, ένα βιβλίο που τού αφιερώνεις τόσο χρόνο, δεν συγκρίνεται με την άχρηστη πληροφορία του αριθμού του δωματίου μου. Στην πρώτη περίπτωση θα θέλαμε να θυμόμαστε κάποια πράγματα, έστω και το θέμα. Έστω κι αν το έχουμε διαβάσει ή όχι (μόνο σε μένα τυχαίνει να μη θυμάμαι;). Για σκεφτείτε όμως… Αν το πιάσετε στα χέρια σας και το ξαναδιαβάσετε, μπορεί να σας προκαλέσει την ίδια ευχαρίστηση, την ίδια έκπληξη όπως την πρώτη φορά (στην περίπτωση βέβαια που ακόμη σας αρέσουν τα ίδια πράγματα). Έτσι αυτά που μας αρέσουν, δεν τελειώνουν ποτέ…

Αφιέρωμένους σ’ όσους πάσχουν από αμνησία in litteris.

(Υ.Γ. Το περιεχόμενο του εν λόγω διηγήματος, το αναπαρήγαγα από μνήμης! Ελπίζω να μην το παραποίησα σημαντικά)

Published in: on Ιουλίου 3, 2010 at 02:32  Σχόλια (11)  

περί θρησκειών

Κάνω διάφορες σκέψεις για τις θρησκείες από όταν έχω γυρίσει από την αραπιά. Επικεντρώνομαι στο χριστιανισμό και το ισλάμ που έχω γνωρίσει περισσότερο, αλλά φαντάζομαι πως και ο ιουδαϊσμός μπορεί να μπει στις σκέψεις μου (δυστυχώς δεν έχω γνωρίσει κανένα πιστό εβραίο). Δεν μιλάω για το Θεό, αλλά για τις θρησκείες ως πρακτική, κοσμοθεώρηση, τελετουργία και εξουσιαστικό σύστημα.

Αν βγάλω για την ώρα το ζήτημα της εξουσίας και της ιεραρχίας απ’ έξω, θα έλεγα ότι οι άνθρωποι που δημιούργησαν τις θρησκείες πρέπει να είχαν σοβαρά ψυχολογικά συμπλέγματα και σεξουαλικά προβλήματα. Πώς μπορούν να δικαιολογηθούν σε ένα φυσιολογικό άνθρωπο η σεξουαλική αποχή και εγκράτεια, και ο περιορισμός του σεξ στην αναπαραγωγή, η νηστεία, η στέρηση των απολαύσεων, η απαγόρευση της συναναστροφής μεταξύ των φύλων, η ψυχαναγκαστική προσευχή υπό την απειλή της κολάσης; Δεν θα το συζητήσω για ακραίες εκφράσεις, όπως π.χ. ο μοναχισμός είτε ως απομόνωση είτε ως αυτοβασανισμός (βλ. διάφορα δυτικά τάγματα). Μιλάω για την ψυχαναγκαστική και περιοριστική καθημερινότητα που δημιουργούν αυτές οι πρακτικές. Θα ήταν ποτέ δυνατόν φυσιολογικοί και ευτυχισμένοι άνθρωποι να νομοθετούν και να υποστηρίζουν τέτοιες πρακτικές; Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η θρησκεία έγινε ένα βολικό εργαλείο για την εκάστοτε εξουσία, καθώς νομιμοποιούσε σχέσεις εξουσίας και ιεραρχίες. Μετά το Θεό ερχόταν ο αρχηγός του κράτους, ο αρχηγός της πόλης, ο αρχηγός της θρησκευτικής κοινότητας (σε κρατικό και τοπικό επίπεδο), ο αρχηγός της οικογένειας, ο αδερφός, η μάνα, ο μεγαλύτερος. Και ο καθένας από αυτούς αντιπροσώπευε (και αντιπροσωπεύει) μια αυθεντία στην οποία οφείλεις να υποτάσσεσαι. Μια αυθεντία που αξιώνει το σεβασμό και την υπακοή σου όχι για την ποιότητά της, αλλά για τη θέση της. Φαντάζομαι πως τα θυμάστε αυτές τις καταστάσεις και στην Ελλάδα. Το ποσοστό του κόσμου που συνεχίζει σε αυτή τη γραμμή είναι θαρρώ μεγαλύτερο από όσο μπορούμε να φανταστούμε.

Και το ζήτημα που με απασχολεί είναι το εξής. Ωραία, υπήρξε ένας αριθμός διαταραγμένων που πρωτοδημιούργησε τις θρησκείες και ένας κατά πολύ μεγαλύτερος αριθμός στη διάρκεια της ιστορίας τους που τις αναπαρήγε και τις ανέπτυξε κάνοντάς τις οργανωμένα συστήματα. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ένα σημαντικό ποσοστό από αυτούς, μακράν από το να ενδιαφέρονται για θεολογικά ζητήματα, ήταν καιροσκόποι και τυχοδιώκτες που βρήκαν μια βολική φόρμουλα στη θρησκεία για να ανέλθουν κοινωνικά και να αποκτήσουν αναγνώριση σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Οι υπόλοιποι; Όμως αυτοί που ακολούθησαν αυτές τις θρησκείες, τις έκαναν μέρος της κοσμοθεώρησης και της καθημερινούς τους πρακτικής; Γιατί όλη αυτή η ανωμαλία δεν απομονώθηκε για να παραμείνει σε αυτούς τους λίγους και πλέον αριθμεί σχεδόν τέσσερα δις (τόσοι είναι μαζί οι χριστανοί, οι μουσουλμάνοι και εβραίοι);

Τις τρομερές διαστάσεις της θρησκείας (για έναν outsider) αντιλήφθηκα στη διάρκεια του Ραμαζιανιού που πέρασα στην Υεμένη: το βρήκα απολύτως τρομακτικό όταν συνειδητοποίησα ότι πολλά εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη στο καθορισμένο χρονικό διάστημα δεν έτρωγαν ούτε έπιναν από πριν το ξημέρωμα μέχρι πριν τη δύση του ήλιου. Πώς πείστηκε όλος αυτός ο κόσμος να κάνει κάτι τόσο ανώμαλο και παράλογο (και τα λέω αυτά προγραμματίζοντας να είμαι οπωσδήποτε στο επόμενο Ραμαζάνι στη Σάναα!). Και να συμπληρώσω ότι έχω πολλούς αγαπημένους ανθρώπους που νηστεύουν στο Ραμαζάνι, όπως και πολλούς αδελφικούς φίλους που ακολουθούν τις χριστιανικές νηστείες, τις οποίες οποίες βρίσκω εξίσου ανώμαλες (με το συμπάθιο κιόλας).

Πώς έχει γίνει λοιπόν αυτό το παράλογο πράγμα; Νομίζω ότι κλειδί για την απάντηση βρίσκεται στον παράδεισο. Είναι η προσδοκία του παραδείσου που οδηγεί τους ανθρώπους να απαρνηθούν τις χαρές αυτής της ζωής, καθυποτάσσοντας το σώμα και τις επιθυμίες του για χάρη της αιώνιας ζωής. Τι είναι άλλωστε 30-60 χρόνια (να βάλω κι άλλα; να βάλω! 80 να τ’ αφήσω;) μπροστά στην αιωνιότητα; Παράλληλα η πίστη στο Θεό δίκαιολογεί την αθλιότητα της ζωής μας. Το παιδί μου που πέθανε, η αρρώστεια μου, η φτώχεια μου, η άθλια δουλειά μου, ο άντρας μου που με δέρνει, η γενικότερη κακομοιριά μου είναι όλα θέλημα Θεού. Κι αν θέλει ο Θεός να βελτιωθούν τα πράγματα, θα βελτιωθούν, αλλιώς είναι όλα μέρος ενός θεϊκού σχεδίου και θα ανταμειφθώ μετά θάνατον. Και όλο αυτό, έχει μια μακαριότητα που στηρίζει την αθλιότητα του κόσμου μας (βλ. και το Παλιά Σάννα μια άδεια ταβέρνα).

Η απάντηση που έπαιρνα όταν ρωτούσα τους θρήσκους φίλους μου γιατί ο καλός Θεός επιτρέπει την αθλιότητα και την κακομοιριά στον κόσμο είναι γιατί υπάρχει και ελεύθερη βούληση, και ο Θεός επιτρέπει στα παιδιά του να κάνουν λάθη. Τώρα τι λάθος έχει κάνει ένα παιδάκι στην Αφρική που γεννιέται με AIDS, για αυτό δεν μπόρεσα να πάρω ικανοποιητική απάντηση (για τις αμαρτίες των γονιών του, συγγνώμη, αλλά δεν το δέχομαι!). Και γιατί κάποιοι μασούν αυτή την καραμέλα και κάποιοι (λίγοι δυστυχώς) όχι; Έχει μια φυσική ροπή ο άνθρωπος να προσπαθεί να δικαιολογήσει την αθλιότητά του με αυτόν τον τρόπο;

Κόντρα στην ιστορία θα ήθελα να πιστεύω πως όχι. Από την άλλη σκέφτομαι ότι στην Ευρώπη που η επιρροή των θρησκειών έχει μειωθεί σημαντικά (αν και ένα συντηρητικό κύμα έχει κάνει εδώ και καιρό την εμφάνισή του), η ύπαρξή μας μπορεί να στρέφεται γύρω από άλλα πράγματα που έχουν λάβει θεϊκές διαστάσεις. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός είχε αντικαταστήσει τη θρησκεία του Θεού με τη θρησκεία του κόμματος∙ οι σημερινοί καπιταλιστές με την αμοραλιστική (ή με δική της μισάνθρωπη ηθική) θρησκεία του χρήματος∙ μπορώ να αναφέρω και τη θρησκεία της ομάδας για όσους η ύπαρξή τους περιστρέφεται γύρω από αυτήν. (Μήπως για κάποιους λίγους υπάρχει και η θρησκεία του φοιτητή, κι έτσι εξηγείται αυτή η κενότητα που αισθάνομαι εδώ και δυο βδομάδες που απώλεσα βάναυσα τη φοιτητική μου ιδιότητα;)

Ωστόσο υπάρχει μια βασική διαφορά μεταξύ των θρησκειών στις οποίες αναφέρθηκα μόλις, και θα ονόμαζα εγκόσμιες, από τις άλλες, τις υπερβατικές. Στις πρώτες η προσδοκία και η επιβράβευση βρίσκεται σε αυτή τη ζωή: στην επανάσταση, στο χρήμα, στη νίκη της ομάδας μου κλπ. Ενώ οι άλλες θρησκείες, οι υπερβατικές, παραμελούν αυτή τη ζωή προς όφελος της άλλης. Μια γιαγιά που βρήκα σε μια στάση λεωφορείου στη μικρή πόλη που βρίσκομαι, όταν της είπα ότι δεν έχω θρησκεία μού ανταπάντησε τα ίδια ακριβώς που μου λέγαν στη Σάναα: και πού ήμουν πριν γεννηθώ; και πού θα πάω μετά; (και αυτά αφού μου διηγήθηκε ότι κάρφωσε στο γιο της την εγγονή της γιατί είχε φίλο. Τι; εγώ δεν ήμουν παρθένα; και γιατί δεν με παντρεύτηκε αυτός με διακόρευσε;) Οι θρησκείες δεν ενδιαφέρονται για αυτή τη ζωή, παρά μόνο για να δικαιολογούν την αθλιότητά της και να νομιμοποιούν ποικίλες εξουσιαστικές ιεραρχίες. Το ερώτημα λοιπόν παραμένει. Γιατί κάποιοι τρων την καραμέλα και κάποιοι λίγοι όχι; Θαρρώ πως δεν έχω απάντηση… Μήπως έχετε εσείς;

Καλή και ανατρεπτική χρονιά να έχουμε (όπως μου ευχήθηκε προλίγου κάποιος φίλος! Καλή ευχή τη βρήκα)

Published in: on Ιανουαρίου 1, 2010 at 23:26  Σχόλια (8)  

παλιά Σάναα: μια γεμάτη ταβέρνα

Μπαίνετε σε μια άδεια ταβέρνα/καφετέρια. Όλα τα τραπέζια είναι στη διάθεσή σας. Πού να ‘ναι καλύτερα… Μήπως εδώ, δίπλα στο παράθυρο; Όχι, έχει πολύ ήλιο. Εκεί, στη γωνία; Το κλιματιστικό χτυπάει στην πλάτη. Το τραπέζι κάτω από τον ωραίο πίνακα; Τα ηχεία είναι ακριβώς από πάνω… Αλλάζετε τραπέζια και πουθενά δεν είστε ευχαριστημένοι. Κανένα δεν είναι αρκετά καλό… Μήπως δεν έπρεπε τελικά να έρθουμε εδώ;

Μια άλλη μέρα μπαίνετε στην ίδια ταβέρνα/καφετέρια. Είναι κατάμεστη. Καπνός παντού, μουσική και θόρυβος ανθρώπινος, ζωντανός. Δεν υπάρχει χώρος. Ψάχνετε μέσα από πυκνή ατμόσφαιρα απογοητευμένοι. Ξαφνικά μια παρέα σηκώνεται. Τρέχετε γρήγορα να καλύψετε το κενό, πριν προλάβει κάποιος άλλος. Βγάζετε τα παλτά ευχαριστημένοι, σχολιάζοντας την καλή σας τύχη. Είναι το χειρότερο τραπέζι του μαγαζιού, αλλά δεν πειράζει. Αρκεί που βρήκατε…

Μετά από χρόνο ικανό για να πάρω μια μυρωδιά από την παλιά πόλη της Σάναας μου δημιουργήθηκε η παραπάνω εικόνα. Ο κόσμος είναι σε μια γεμάτη ταβέρνα, όπου ο καθένας έχει λίγο και συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα να αλλάξει τραπέζι ή να απλωθεί. Το μενού είναι συγκεκριμένο, καθώς και οι ώρες που σερβίρεται. Υπάρχει ενδυματολογικός και συμπεριφορικός κώδικας και οι παρεκκλίσεις δεν είναι αποδεχτές. Όλα έχουν συγκεκριμένο δρόμο και τρόπο. Οι ιεραρχίες είναι πλήρως νομιμοποιημένες: ο πρόεδρος, ο σεΐχης, ο πατέρας, ο δάσκαλος, η μητέρα, ο μεγαλύτερος/-η. Καθένας ξέρει το ρόλο του και δεν διανοείται να βγει από αυτόν. Δεν υπάρχει φιλοδοξία πέραν του δυνατού. Όλα είναι θέλημα του Θεού.

Τα παραπάνω δίνουν μια ηρεμία, μια ευτυχία. Ένας καθηγητής μου στο λύκειο έλεγε ότι ευτυχία είναι να θέλεις αυτό που πρέπει. Αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ· και δίνει μια μακαριότητα. Το πρόγραμμα είναι σταθερό και προδιαγεγραμμένο. Φαΐ 12-2 και από τις 4 η ώρα γκατ. Αυτό. Απλό. Η σταθερότερη αξία είναι η οικογένεια και μετά η φιλία, αν κρίνω από το χρόνο που δίνεται σε κάθε μια. Οι κόσμοι των ανδρών και των γυναικών είναι αυστηρά διαχωρισμένοι. Όλα είναι τα ίδια, παντού. Τα ίδια φαγητά στο Ραμαζάνι, τα ίδια γλυκά στη λήξη του, τα ίδια ρούχα, τα ίδια έπιπλα. Και η πλήρης ή σχεδόν πλήρης αποδοχή αυτής της συνθήκης, ναι, δίνει μια μακαριότητα.

Εγώ από την άλλη είμαι στην άδεια ταβέρνα. Δεν έχω κάποιο λόγο που είμαι στη Σάναα. Θα μπορούσα να είμαι οπουδήποτε εκτός Ευρώπης, με τα φτωχά οικονομικά που έχω επιλέξει. Θα μπορούσα να δουλεύω σε κάποια εταιρεία και να ‘χω φράγκα. Θα μπορούσα να είμαι παντρεμένη με παιδιά. Θα μπορούσα να έχω τα μαλλιά μου μπλε και να φοράω λαμέ. Κι ενώ προσπαθώ να ευχαριστιέμαι την οπτική που μου δίνει κάθε φορά το τραπέζι που κάθομαι, έχω μια αμφιβολία· μήπως το άλλο τραπέζι είναι καλύτερο· μήπως το άλλο παράθυρο έχει καλύτερη θέα…

Δεν μπορώ να κάνω τη ζωή των φίλων μου, που μου φαίνεται τόσο ανελεύθερη, τόσο λίγη, τόσο περιορισμένη. Δεν θα την ήθελα για κανέναν άνθρωπο που θα μπορούσε περισσότερα, και όλοι μπορούμε περισσότερα. Δεν θα τους ευχόμουν όμως και τη δική μου… Δεν τους υπόσχεται μια εναλλακτική μακαριότητα, ούτε ευτυχία… Δεν τους δίνει κάτι στη θέση του Παράδεισου που περιμένουν, της βεβαιότητας και της ανάπαυσης ενός θεού το θέλημα του οποίου ζουν καθημερινά…

Αποχαιρετώντας σιγά σιγά την παλιά πόλη της Σάναας, τη Σάναα αλ Καντίμα, έχω την αίσθηση δυο αγεφύρωτων κόσμων που μπορούν όμως να αγαπηθούν μέχρι δακρύων στην έλλειψη του άλλου… Εύχομαι μέχρι να ριζώσω, δάκρυα να συνοδεύουν κάθε μου μετακίνηση, απτή ένδειξη δοσίματος και αγάπης…

Published in: on Οκτωβρίου 2, 2009 at 21:17  Σχόλια (7)  

η ανοησία του αυτονόητου

spoon

Φωτογραφία που θα έπρεπε να μπει στο προηγούμενο ποστ, αλλά ανακάλυψα πρόσφατα αυτό το κουτάλι μας. Γράφει εις την αραβική اهلا وسهلا (άχλαν ουα σάχλαν), έκφραση που χρησιμοποιείται ως χαιρετισμός, καλως όρισμα ή μπορεί να σημαίνει κάτι σαν ‘με τις υγείες σας’. Το κουτάλι είναι φτηνιάρικο, stainless steel (αλλά μοιάζει με νικέλινο), made in Japan... Τους μπαγάσηδες τους γιαπωνέζους!..

Ένα βράδυ στο Κάιρο καθόμουν μ’ έναν αιγύπτιο φίλο στο hostel που έμενα όταν είχα πρωτοέρθει στην πόλη. Στην παρέα ήταν μια νεαρή Γαλλίδα κι ένας μυστακοφόρος Αιγύπτιος, οδηγός στο επάγγελμα, με άγνοια της αγγλικής. Το επάγγελμα του οδηγού είναι αρκετά διαδεδομένο στην Αίγυπτο. Αντί να χρησιμοποιήσεις, ως τουρίστας, ένα ταξί που θα σε χρεώσει άγνωστη τιμή και η συνεννόηση θα είναι δύσκολη, κανονίζει το ξενοδοχείο σου τη μεταφορά σε τιμή προσυμφωνημένη, αρκετές φορές με οδηγούς που μιλούν γλώσσα που μπορείς να συνεννοηθείς. Κάποιος έχει στην ιδιοκτησία του τα ακριβά αυτοκίνητα που κάνουν αυτή τη δουλειά και κάποιος τα συντονίζει σε επαφή με τα ξενοδοχεία. Η διαδρομή έχει συνήθως στάσεις σε κάποιο προσυνεννοημένο μαγαζί και για ό,τι αγοράσεις η προμήθεια για το ξενοδοχείο και τους σχετιζόμενους με τ’ αμάξι μπορεί να ανέρχεται στο ¼ της τιμής. Τα αυτοκίνητα αυτά απαγορεύεται να παίρνουν άτομα από το αεροδρόμιο ή να τα μεταφέρουν σε αρχαιολογικούς χώρους, με απειλή προστίμου και απώλειας της άδειας οδήγησης. Για το λόγο αυτό, μια ταχυδακτυλουργική κίνηση του οδηγού, που φαίνεται να χαιρετά τους αρχαιόμπατσους, τους μεταγγίζει μια-δυο λίρες για να ξεπεράσουν το σοκ της παρανομίας…

Ας γυρίσουμε όμως στο χειμωνιάτικο βράδυ στην ταράτσα του hostel. Ο φίλος μάς μετέφρασε ένα περιστατικό που είχε συμβεί στον οδηγό την εβδομάδα πριν.

Μετέφερε λοιπόν μια νεαρή χριστιανή Σουδανέζα στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης του Σινά για εξόρκισμό. Όταν περνούσαν το τούνελ κάτω από το Σουέζ, τα φώτα και η μηχανή του αυτοκινήτου έσβησαν. Η κοπελιά έβγαλε μπλε μαλλιά και κέρατα τράγου κι άρχισε να μιλάει (δεν θυμάμαι αν διευκρινίστηκε τι γλώσσα μιλούσε ή αν ήταν καταληπτή στον οδηγός). Μετά από λίγο όλα επανήλθαν στην ομαλότητα και συνέχισαν το δρόμο τους.

Ο αιγύπτιος φίλος συμπλήρωσε με άκρα σοβαρότητα ότι τον πίστευε και αποκλείεται να έλεγε ψέματα. Γύρισα στη Γαλλίδα με ελπίδα. Όπως φαίνεται βρισκόμου ξαφνικά σ’ ένα κόσμο δαιμονίων και πνευμάτων. Τι έγινε ρε παιδιά;

Ο μυστακοφόρος σύντομα αποχώρησε δίνοντας το έναυσμα για μια συζήτηση στην οποία ο φίλος μου και η Γαλλιδούλα αντέλλασσαν τις γνώσεις τους περί δαιμόνων σε μια φιλολογία που όπως φάνηκε είχε αρκετά κοινά εκατέρωθεν της Μεσογείου. Οι συνήθειές τους, τι τους αρέσει, πώς καταλαμβάνουν έναν άνθρωπο, τι κάνει ο σεΐχης ή ο παπάς για να τον βγάλει… Φαινόταν ότι και οι δύο είχαν ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα.

Σε αυτό το μικροπεριβάλλον η ύπαρξη υπερφυσικών πλασμάτων ήταν το αυτονόητο και κανείς δεν συζήτησε την ύπαρξή τους∙ ήταν αυτονόητη. Κι εγώ ήμουν απλά μία αγνώμων outsider που δεν ήξερα τι μου γίνεται.

Σε διάφορες φάσεις με προβληματίζει αυτό που λέγεται κοινή λογική, αυτή η παγίδα των αυτονόητων. Όταν μετέχουμε αυτών δεν τα προβληματικοποιούμε, δεν τίθεται κανένα ερώτημα γύρω από αυτά. Εννοούνται. Είναι αυτονόητα.

Για να δώσω ένα παράδειγμα, στην Ελλάδα θεωρούνται αδιανόητα τα ζεστά ροφήματα το καλοκαίρι, ενώ, ας πούμε, στην Τουρκία, στην Αίγυπτο, στην Υεμένη, παρόλο που ο καιρός είναι παρομοίως ζεστός, οι άνθρωποι συνεχίζουν να πίνουν τα τσαγάκια τους και τα τουρκικά καφεδάκια τους, που καθώς ανεβάζουν τη θερμοκρασία του σώματος γίνεται περισσότερο υποφερτή η ζέστη (το ίδιο ισχύει και με τα καυτερά φαγητά).

Για να συνεχίσω με ένα ακόμη παράδειγμα πρακτικών, δεν υπάρχει κανένας προφανής λόγος που στην Ελλάδα οι κουζίνες μαγειρέματος είναι ηλεκτρικές, ενώ, ας πούμε, στην Αίγυπτο, στην Υεμένη, στην Αγγλία και, σε μεγάλο ποσοστό στην Κύπρο (για να πω για τις χώρες που έχω μείνει) είναι γκαζιού. Με τις φτωχές μου μαγειρικές δυνατότητες και γνώσεις, μπορώ να σας βεβαιώσω ότι οι κουζίνες γκαζιού είναι παρασάγκας γρηγορότερες και οικονομικότερες από τις ηλεκτρικές.

Η ανοησία του αυτονόητου μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο από κάποιον outsider. Ακόμη και στην περίπτωση που ο φορέας του αυτονόητου μετατραπεί σε outsider σε κάποιο μικροπεριβάλλον με διαφορετικές πρακτικές και θεωρήσεις, τις περισσότερες φορές οι φορείς της ξένης πρακτικής είναι απλά ανόητοι. Γιατί εννοείται πως τόσα εκατομμύρια που πίνουν καυτό τσάι με 40 βαθμούς δεν θα μπορούσαν να ενταχθούν σε άλλη κατηγορία. Γιατί εννοείται πως είναι ασύλληπτο να φορούν τόσα στρώματα ρούχων καλοκαιριάτικα και κανείς να μη διαμαρτύρεται για τη ζέστη (στην Ελλάδα η γκρίνια για τη ζέστη είναι τρόπος κοινωνικοποίησης, τρόπος ν’ ανοίξεις κουβέντα, ακόμη κι όταν βρίσκεσαι κάτω από κλιματιστικό ρυθμισμένο στους 16 βαθμούς).

Ένας εύκολος τρόπος να γίνει αντιληπτή η ανοησία των αυτονόητων είναι οι ιδεολογίες και οι θρησκείες, τουτέστιν η κοινωνία συγκεκριμένων αρχών, θεωρήσεων, ερμηνειών και πρακτικών μεταξύ ατόμων ενός συγκεκριμένου μικροπεριβάλλοντος, οι οποίες είναι απλά ανόητες έξω από αυτό.

Φυσικά τελικά κάπου επιλέγουμε να βρισκόμαστε και να κοινωνούμε με τους ανθρώπους που μοιραζόμαστε τα αυτονόητα, περιχαρακώνοντας τους εαυτούς μας από την ανοησία που επικρατεί γύρω μας. Γκετοποιούμαστε σ’ αυτά τα μικροπεριβάλλοντα όπου τα αυτονόητά μας εννοούνται, δεν προβληματικοποιούνται και δεν δέχονται καμία κριτική. Αλλιώς δεν θα ‘ταν αυτονόητα!

Παρατηρώντας ως outsider διαφορετικές πρακτικές, θεωρήσεις και ερμηνείες αυτονόητες στους χώρους που βρίσκομαι, έχω προβληματιστεί πολλές φορές κατά πόσο τα δικά μου αυτονόητα είναι κατ’ επιλογή και όχι κατά συνθήκη. Αν γεννιόμουν, για παράδειγμα, στην Υεμένη, σίγουρα θα υπήρχε Θεός. Στην Αίγυπτο ενδεχομένως και να μην υπήρχε, αλλά σίγουρα θα νήστευα στο Ραμαζάνι. Αν γεννιόμουν στην Υεμένη δεν θα διανοούμουν να βγω στο δρόμο χωρίς μπούργκα, με μεγάλη πιθανότητα να μου άρεσε αυτή η πρακτική. Αν ήμουν Γαλλίδα μπορεί να θεωρούσα ότι η πρακτική της μπούργκας είναι δείγμα ανελευθερίας και καταπίεσης. Το ότι θεωρώ αυτονόητο πως ελευθερία συνεπάγεται  τουλάχιστον να μπορείς να φοράς ό,τι θέλεις και ότι στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας το ζήτημα δεν θα ‘πρεπε ούτε καν να υπάρχει είναι μάλλον αυτό που η πολιτική ηγεσία της Γαλλίας, ίσως και η κοινή γνώμη (άλλη παγίδα αυτή), θεωρεί ανόητο, και πάει λέγοντας…

Published in: on Ιουνίου 28, 2009 at 19:34  Σχόλια (3)  

πίνοντας καρκαντέ με τον Σαρμάρκε

Τα καφέ βόρεια της πλατείας Ταλάτ Χαρμπ (πρώην Σουλεϊμάν Πασά για όσους έχουν διαβάσει το Μέγαρο Γιακουμπιάν) είναι απ’ τ’ αγαπημένα μου! Εκεί λοιπόν πρότεινα στο καλό μου φίλο Σαρμάρκε να πιούμε ένα καρκαντέ.

Ο Σαρμάρκε είναι ένας δίμετρος αδύνατος σομαλός μαύρος, το κάθε βήμα του οποίου είναι κάτι λιγότερο από ένα μέτρο. Έχει 21 αδέρφια από τρεις διαφορετικές μητέρες. O πατέρας του είναι από τη φυλή Χαουΐγια κι η μητέρα του απ’ την Νταρόντ (τις φυλές που αλληλοσφάζονταν στον εμφύλιο της δεκαετίας του ’90). Σπουδάζει υπολογιστές στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου και συγκεντρώνει εργαλεία για να βοηθήσει επιστρέφοντας την πολύπαθη χώρα του.

Τα σχόλια που ούτως ή άλλως προκαλεί ο καθένας μόνος του πολλαπλασιάστηκαν καθώς κατευθυνόμασταν από την πλατεία Ταχρίρ στα καφενεία μου. Μια κοντή αδύνατη λευκή ευρωπαία (με το τελευταίο πρώτη φορά περιγράφω τον εαυτό μου, αλλά για τον κόσμο εδώ αυτό είμαι) μ’ έναν δίμετρο μαύρο προσφέρουν μια θέα όντως αλλοπρόσαλη!

Το καρκαντέ είναι ένα αφέψημα που πίνεται ζεστό ή κρύο. Αν έχω κάνει σωστά την αντιστοιχία είναι ο ιβύσκος. Κρύο λένε κατεβάζει την πίεση και ζεστό την ανεβάζει.

Ιτνίν καρκατνέ μπέριντ, λάου σαμάχτ!

Η συζήτησή μας έκανε πολλές βόλτες. Κατέληξε σ’ αυτό που απασχολεί τον Σαρμάρκε. Μια λύση για τη Σομαλία. Πώς να ξεπεράσει τους φατριασμούς και να γίνει ένα έθνος.

Για πολλά μπορεί να κατηγορηθεί η Δύση. Ένα από αυτά είναι ότι στέρησε από την ανθρωπότητα την εμπειρία παράλληλων/διαφορετικών συστημάτων που να λειτουργούν. Συστημάτων που να μην έχουν σχέση με τα πολιτεύματα και τις ιδεολογίες που γεννήθηκαν στη Δύση.

Μια καλή μου φίλη από την Υεμένη θα κατέβαινε στις εκλογές του Απριλίου. Ένα μήνα πριν με πήρε τηλέφωνο ότι έρχεται στο Κάιρο. Όταν ήρθε εξέφρασα την απορία μου πώς και ταξιδεύει στο φόρτε της προεκλογικής εκστρατείας. Τα πράγματα ήταν απλά: το κοινοβούλιο είχε αποφασίσει μια βδομάδα πριν να παρατείνει τη θητεία του για δύο χρόνια.

Τι δουλειά έχει ένα κοινοβούλιο στην Υεμένη; Κι εσύ, καλέ μου φίλε, γιατί χαμογέλασες στο τέλος της παραπάνω παραγράφου. Θα σου πω. Γιατί ξέρεις πώς ένα κοινοβούλιο πρέπει να λειτουργεί. Πώς; με τον τρόπο που όρισε η Δύση. Κανένας άλλος δεν είναι σωστός.

Γιατί να σκέφτεται ένας ανοιχτόμυαλος Σομαλός ότι η δημιουργία ενός έθνους θα δώσει τη λύση στη χώρα του; Γιατί έτσι πρέπει να είναι τα κράτη. Συνεκτικά, ομοιογενή, με δηλωμένη αφοσίωση στο κέντρο. Σεζ χου; η Δύση φυσικά.

Η Δύση που έχει δώσει τους ορισμούς για τη δημοκρατία, τον πολιτισμό, τον καπιταλισμό, το σοσιαλισμό, την ιδεολογία, το έθνος κλπ. Ορισμοί παγκόσμιοι που απλά έχουν παγκοσμιοποιήσει την ευρωπαϊκή εμπειρία (κάπου το διάβασα το τελευταίο αλλά μου διαφεύγει η παραπομπή).

Πρέπει να μορφώσουμε το λαό μας. Καλέ μου, Σαρμάρκε. Και τι μόρφωση θα του δώσεις; Τα έθνη και τα κράτη που έχουν αρχίσει να γίνονται παρωχημένα στην Ευρώπη, που προκάλεσαν τόσα δεινά, θα γίνουν προχώ στην Αφρική;

Κι ενώ ήθελα να μάθω κι άλλα για τη Σομαλία, τα μικρά και καθημερινά, άρχισα να ρητορεύω. Και περιέργως μου την έσπασα. Μεγαλώνω θαρρώ…

Published in: on Μαΐου 23, 2009 at 23:16  Σχόλια (2)  
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 45 other followers