Επέτειος της μεξικανικής επανάστασης σήμερα που ανέτρεψε τον δικτάτορα Πορφίριο Ντίες το 1910 και δημιούργησε το θεσμό των εχίδος, της συλλογικής ιδιοκτησίας καταλυμμένων εκτάσεων των μεγαλογαιοκτημόνων, που δέχεται μεγάλο πόλεμο από τη δεκαετία του ’90. Όμως το παρόν ποστ θα αναφερθεί σε μια άλλη επέτειο, αυτή της αυτονομίας του χωριού του Άγιου Ισίδωρου στην Τσιάπας που αυτήν την ημέρα πριν 5 χρόνια (μπορεί κι 7 γιατί δεν θυμούνται καλά) ανακήρυξε την αυτονομία του. Ένα μικρό χωριό 25 οικογενειών της φυλής των Τσοτσίλ στα υψίπεδα της Τσιάπας, αρχικά ζαπατιστικό που αποχώρησε στη συνέχεια για να γίνει ένα από τα χωριά της Άλλης Καμπάνιας, που προσυπογράφουν την Έκτη Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα. Ένα χωριό μικρό, με κέντρο υγείας που το λειτουργούν εθελοντές του χωριού και αυτόνομο δημοτικό που λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο.
Φτάσαμε γύρω στις 11, έχοντας χάσει τη λειτουργία με την οποία άρχισε η γιορτή. Περάσαμε από το χωριό χαιρετώντας οικογένειες που δεν συμμετείχαν στη γιορτή. Όπως θα μαθαίναμε στη συνέχεια, στο μέρος συμβιώνουν δυο κοινότητες, η μια αυτόνομη και η άλλη όχι. Περάσαμε από το κέντρο υγείας, το αυτόνομο δημοτικό και την εκκλησία και κατηφορήσαμε προς στο μέρος μέρος της γιορτής.
Δυο κτίσματα από σανίδες και τσίγκινη οροφή σχημάτιζαν ένα γάμα με ένα χώρο με γρασίδι μπροστά όπου ήταν ο χώρος της συγκέντρωσης. Οι άντρες φορούσαν τα γιορτινά τους, με μπλούζες κεντημένες με πολύχρωμα λουλούδια που πιστοποιούν την αξιοσύνη των συζύγων τους. Οι γυναίκες ήταν ντυμένες με παραδοσιακά, μαύρη φούστα και σκληρό μαντό με λουλούδια σε μωβ αποχρώσεις, με μπλεγμένες κορδέλες στις δυο πλεξίδες που είχαν όλες, μικρές και μεγάλες.
Προς έκπληξή μας δεν ήμασταν οι μόνοι ξένοι (εγώ και ο ισπανός σύντροφος που ξεκινήσαμε παρέα από το Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας, παίρνοντας το λεωφορειάκι από την αγορά και περπατώντας για μισή ώρα περίπου μέσα από την υπέροχη φύση και τις μίλπες της κοινότας, τα χωράφια του καλαμποκιού). Υπήρχαν κι άλλες ομάδες εθελοντών, περίπου 20 άτομα.
Η δική μας εμπειρία άρχισε με την αυτοπαρουσίαση διαδοχικά όλων των ξένων στο μικρόφωνο. Από πού είμαστε και τι κάνουμε. Μας καλοσώρισαν και ακολούθησε μια τελετή των μάγιας στο μικρότερο από τα δύο κτίσματα.
Το πάτωμα από πατημένη γη ήταν καλυμμένο με πευκοβελόνες (έθιμο που έχουν σ’ όλη την Τσιάπας για τις γιορτές). Ένας σταυρός από λουλούδια ήταν στο πάτωμα μπροστά στην πόρτα: τέσσερα ορθογώνια με δυο κεριά στη μέση. Το ορθογώνιο προς την ανατολή σχηματιζόταν από κόκκινα λουλούδια, δυο κόκκινα καλαμπόκια κι ένα κόκκινο κερί στην άκρη. Είναι η κατεύθυνση του ήλιου. Το ορθογώνιο προς τη δύση ήταν μωβ (που ήθελε να είναι μαύρο) με δυο μαύρα καλαμπόκια και ένα μαύρο κερί στην άκρη. Είναι η κατεύθυνση της νύχτας. Το ορθογώνιο προς το νότο ήταν κίτρινο, με κίτρινα καλαμπόκια και κίτρινο κερί. Είναι η κατεύθυνση όπου στέκεσαι για να ζητήσεις λύσεις. Και η κατεύθυνση προς το βορρά ήταν άσπρη με άσπρα καλαμπόκια και άσπρο κερί, η κατεύθυνση των ονείρων και της ελπίδας. Στη μέση υπήρχαν δυο κεριά, ένα μπλε για τον ουρανό κι ένα πράσινο για τη Μάνα Γη και τη φύση. Στη βάση και στην κορυφή έκαιγαν 13 κεριά μικρά και άσπρα, για τα 13 πνεύματα και διάφορα άλλα 13 που δεν θυμάμαι.
Όλη η τελετή ήταν σε τσοτσίλ, οπότε μην περιμένετε να σας πω τι έλεγε. Γυρίσαμε διαδοχικά προς όλες τις κατευθύνσεις του ορίζοντα, ακούγοντας τα λόγια αυτής της αυτόχθονης γλώσσας και τον ήχο του καρακόλ, του μεγάλου κοχυλιού που καλούσε όλους να συμμετέχουν στην προσευχή, όποιοι κι αν ήταν κι όπου κι αν πορεύονταν. Όταν το χωριό αυτοανακηρύχτηκε αυτόνομο, διάφοροι οργανωμένοι σε κόμματα και παραστρατιωτικές ομάδες ήρθαν για παρενοχλήσουν τους κατοίκους, να τους πετάξουν πέτρες. Εκείνοι προσευχήθηκαν και κανένας από τους επιτιθέμενους δεν κατάφερε να μπει στο χωριό.
Στη συνέχεια η γιορτή είχε την παρουσίαση ενός θεατρικού, από ένα κοινοτικό εργαστήρι με το όνομα Y’achil Antzetic, προϊόν συλλογικού αυτοσχεδιασμού με τη βοήθεια μιας Αυστραλέζας. Στο εργαστήρι συμμετείχαν στην πλειονότητα γυναίκες τσοτσίλ και η πλοκή ήταν πολύ προωθημένη: η κόρη ενός αλκοολικού αναγκάζεται να κατεβεί από το χωριό της στην πόλη για να πουλήσει τα προϊόντα χειροτεχνίας της. Όμως σε σύγκριση με τις άλλες γυναικείες μπλούζες και φορέματα που είναι αρκετά φτηνά, τα δικά της είναι πολύ πιο ακριβά και στη “μόδα” των ιθαγενών. Έτσι δεν μπορεί να πουλήσει τίποτα στο φραγκοφορεμένο κοινό της αγοράς. Στεναχωρημένη και αφού έχει δεχτεί την περιφρόνηση των πελατισσών αρχίζει να κλαίει όταν την βρίσκουν τρεις φραγκοφορεμένες φιλενάδες της. Της λεν να πάει να δουλέψει σε σπίτι. Ο μισθός είναι πολύ χαμηλός και εργοδότρια της συμπεριφέρεται άσχημα. Το βράδυ οι φιλενάδες έρχονται να την πάρουν για να βγουν. Φυσικά όμως δεν μπορεί να πάει με τα δικά της ρούχα, αλλά να φορέσει άλλα, δυτικά. Πηγαίνουν σ’ ένα κλαμπ, όπου τη βάζουν να πιει μπύρα, ενώ αργότερα της την πέφτει ένας άντρας με τον οποίο φεύγει και μένει έγκυος. Η εργοδότρια της προσφέρει την επιλογή να της πληρώσει τα πάντα αλλά να αφήσει το παιδί που θα γεννήσει. Εκείνη αρνείται και χάνει τη δουλειά της. Ο πατέρας της δεν την δέχεται, καθώς συνιστά ντροπή για την κοινότητα. Έπειτα από μερικούς μήνες γυρίζει με το παιδί και η οικογένεια τη δέχεται.
Μετά το τέλος του θεατρικού, οι γυναίκες που συμμετείχαν (που ήταν σε τσοτσίλ και ισπανικά, που εδώ τα λέμε καστεγιάνικα) πήραν μία μία το λόγο. Οι άντρες πρέπει να ‘ναι πιο προσεκτικοί γιατί προκαλούν μεγάλο πόνο στις γυναίκες. Στη συνέχεια πρέπει ν’ αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους, αλλά και οι οικογένειες δεν πρέπει να διώχνουν μια γυναίκα έγκυο τη στιγμή που περισσότερο από ποτέ οφείλουν να της δείξουν την αλληλεγγύη τους. Έπειτα πήρε το λόγο ο εντεταλμένος διοργανωτής της γιορτής (που έχει αυτήν την αρμοδιότητα για δύο χρόνια). Επανέλαβε σε τσοτσίλ σχεδόν τα ίδια (μου μετέφραζε μια κυρία δίπλα μου, μ’ ένα τεράστιο ασημένιο χαμόγελο) συμπληρώνοντας ότι οι οικογένειες πρέπει να προσέχουν τις κόρες τους. Ο ίδιος, φίλος του συντρόφου που πήγαμε παρέα, χρόνια παντρεμένος, δεν θέλει να κάνει παιδιά (αρκετά προωθημένο για τις κοινότητες). Το όνομα του έργου ήταν “Μια ιστορία ζωής”, η ιστορία που βιώνουν πολλές ιθαγενείς γυναίκες.
Στη συνέχεια άρχισε η μουσική, με ζωντανό συγκρότημα και ένα ηχοσύστημα που θα μπορούσε να καλύψει στάδιο, με ρεύμα που όλοι οι αυτόνομοι δήμοι παίρνουν από τις εθνικές οδούς χωρίς να πληρώνουν. Οι γυναίκες της κοινότητας έφτιαχναν στο μεταξύ τις τορτίγιες για το γεύμα που θα ακολουθούσε. Κι επειδή ήταν γιορτή, περιλάμβανε κρέας σε μια νοστιμότατη σούπα με ρύζι. Πρώτα σερβιρίστηκαν οι ξένοι στο τραπέζι που στήθηκε στο άλλο κτίσμα του χώρου και μετά οι υπόλοιποι.
Γύρω στις 16:30 χαιρετίσαμε και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, συζητώντας, αναλύοντας, και παρατηρώντας την αμερικάνικη ποικιλία πεύκων και προσπαθώντας ν’ αναγνωρίσουμε με μικρή επιτυχία άλλα είδη που δεν υπάρχουν στην Ευρώπη…






